Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

The sandwitch experience and other live archives

Τωρα που τελειωσαν οι γιορτες και το διασκεδαστικο καταναλωτικο σπιριτ, ειναι μια εποχη περισυλλογης για ολους μας, ειναι καιρος να αναθεωρησουμε τους στοχους και τις προτεραιοτητες μας και να αναλογιστουμε τι περιμενουμε απ’το νεο ετος....ΧΑ ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΦΕΡΑ! Προς στιγμην νομιζατε οτι διαβαζετε λαθος μπλογκ, αλλα οχι, μη σκιαζεστε! Gogoth is back.



Σε αυτο το ποστ θα θυμηθω μαζι σας τις πιο αξιομνημονευτες συναυλιες της συντομης πολυταραχης ζωης μου. Εχω παει σε αρκετα λαιβ ομολογω κι εχω περασει απο αθλια ως καταπληκτικα. Τα τελευταια χρονια το εχω κοψει λιγο το αθλημα, αφενος γιατι συνηθως δεν εχω λεφτα, αφετερου θα καταλαβετε στη συνεχεια.


Η πρωτη μου συναυλια, Deep Purple, καπου στα τελη του 90, Λυκαβηττος.

Ειμαι ενα μικρο απονηρευτο κοριτσακι που μολις εχω συναψει τις πρωτες μου σκοτεινες συνουσιες με τη ροκ μουσικη, εκει προς τη δυση της εφηβειας μου, και νιωθω μια καθολικιστικη ενοχη και ταυτοχρονα περηφανια. Εχω αγορασει τις πρωτες μου αρβιλες κι ενα κασκολ απο κεινα τα και καλα ροκ που πουλανε στο μοναστηρακι που καπως λαμπυριζουνε, εχω φορτωθει κι ενα ταγαρι και μοιαζω καπως σαν κνητισα σε προκαταρτικο σταδιο, και παιρνω παραμασχαλα την κολλητη μου τη Χαρου να παμε να δουμε τους Purple, γιατι γιου νοου, ειναι οι Deep Purple, ΕΙΝΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, η τουλαχιστον κατι τετοιο μας εχουν πει κατι γκομενοι και το’χουμε πιστεψει. Ανεβαινουμε λοιπον το βουνο νωρις νωρις με συνεπεια και χαρα, και στο δρομο κοιταμε το εισητηριο να δουμε τι σειρα ειμαστε, γιατι ειμαστε πραγματικα τοσο βληματα που νομιζουμε οτι στις συναυλιες εχεις προκαθορισμενη θεση κι εκει πρεπει να κατσεις. Μπαινοντας στο συναυλιακο χωρο αρχιζουμε να υποψιαζομαστε οτι τα πραγματα δεν πανε ακριβως ετσι, και στριμωχνομαστε μπροστα μπροστα μες στο πληθος, γιατι αλοιμονο, η πρωτη μας συναυλια ειναι, δεν θα παμε να κατσουμε στις καρεκλες σαν φλωροι! Θα κανουμε χεντμπανγκινγκ! Θα χτυπηθουμε! Θα χαθουμε μεσα στην σκουληκοτρυπα του τριπ του σκληρου κλασσικου ροκ! Θα το ζησουμε!

Βλεπετε, δεν γνωριζαμε. Ειμασταν αθωες.

Περιμενουμε λοιπον με μεθυστικη αγωνια ν’αρχισει η συναυλια, κι εκεινη φυσικα καθυστερει κανα διωρο, γιατι ειναι οι Deep Purple, ΕΙΝΑΙ ΘΡΥΛΟΙ, πρεπει να τους περιμενεις γιατι το αξιζουν και το εχουν κερδισει! Καποια στιγμη λοιπον σβηνουνε τα φωτα, βγαινουνε κατι πυκνννοι καπνννοι, ακουμε κατι ντραμς να παιζουνε, ενθουσιαζομαστε, γιουχου, γιουπι, φακ γιεα, DEEP PURPLE ΘΡΥΛΟΙ ΡΕΕΕΕΕΕ, κι αρχιζει να παιζει το Highway Star. Το κοινο το αντιλαμβανεται και τρελαινεται, κι εκει αρχιζει η περιπετεια, το μαρτυριο, ο γολγοθας. Ξαφνικα με σπρωχνουνε και με βαρανε απο δεκα διαφορετικες μεριες, στην αρχη τσαντιζομαι και το παιρνω προσωπικα, μετα διαπιστωνω οτι καθε λογικη και κανονας ευπρεπους συμπεριφορας εχει ποδοπατηθει απο αρβιλες κι εχει ταλαντευτει σαν τη μεμβρανη του τυμπανου του ντραμερ. Γυρω μου γινεται πανικος, μεταλλαδες εκστασιασμενοι ουρλιαζουν, με πατανε, με κλωτσανε, α να και μια αγκωνια, μασουλαω κατι μαλλια, δεν ειναι τα δικα μου μαλλια, το ενα μου ματι εχει ψιλοβουλωσει, και εντωμεταξυ το συγκροτημα ουτε που το εχω δει ουτε που το εχω ακουσει, μονο τον κεφαλι του μπροστινου μου βλεπω που ουρλιαζει πιο δυνατα κι απ’τον τραγουδιστη, ω θεε μου πρεπει να βγω απο δω μεσα, αλλα πως να βγω, ειμαι μπροστα μπροστα, και γινεται της πουτανας, και νομιζω πως θα πεσω αλλα αρπαζομαι απο κατι αλλα μαλλια, και δεν ξερω τι ειναι καλυτερο, να καθεσαι απολυτως ακινητος και να τρως τις μπουνιες στωικα, η να προσπαθεις να χοροπηδας με το φλοου που ειναι λιγοτερο επιπονο αλλα εχει μεγαλυτερο ρισκο τουμπας και αρβιλας στη μουρη σου;;;;
(οποιος εχει αποφανθει εμπεριστατωμενα περι αυτου του διλληματος παρακαλω να μοιραστει μαζι μου τα πορισματα του)

Και σ’εκεινο το σημειο γυρναω στα δεξια μου και το διαπιστωνω: η Χαρου δεν ειναι εκει. Η Χαρου δεν ειναι πουθενα. Εχει εξαφανιστει. Ω Θεε μου, ειμαι ολομοναχη μεσα σε μια λαοθαλασσα απο καυλωμενους αγροικους κι εχασα τη φιλη μου! Με πιανει πανικος. Κουτρουβαλαω μπρος πισω ψαχνοντας την απεγνωσμενα με το βλεμμα μου, καποιος μου πιανει τον κωλο, ποιος μου πιανει τον κωλο γαμω το θεο μου, και τοτε, τη βλεπω. Μεσα στο πληθος εχει ανοιξει ενας μινι κυκλος και καποιοι σπρωχνωνται οικοιοθελως ο ενας πανω στον αλλο, τι τρελα, και στη μεση, ενας ημιγυμνος αγριεμενος τυπος εχει αρπαξει τη φιλη μου με το ενα χερι απ’το σβερκο, ενω με το αλλο της χυνει ενα μπουκαλι μπυρα στο κεφαλι. Η Χαρου με κοιταζει με ορθανοιχτα απεγνωσμενα ματια κι η μπυρα τρεχει στα λιγδιαρισμενα της μαλλια και μαγουλα σαν κιτρινοχρωμα κατρουλιστικα δακρυα, και το βλεμμα της μου φωναζει «ιζ δις νορμαλ;;; εμ αη ντουιν ιτ ραητ;;;;» ενω τα χειλη της ψελλιζουν ασταματητα μια και μοναδικη σιωπηλη λεξη:

ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! Βοηθεια. Βοηθ........

Σας ορκιζομαι εγω απο τοτενες, πλην καμιας παραγγελιας στο μαγαζι, deep purple δεν εχω ξανακουσει ποτε στη ζωη μου.



Και παμε φαστ φοργουορντ μερικα χρονια μπροστα, Anathema, ακουστικο σετ στο Αν.

Εχω αισιως μπει στη μεταλ φαση μου και καθοτι γκομενα, οι Anathematinorakaitistigmi, ειναι ενας απαραιτητος σταθμος στο μουσικο ταξιδι. Εδω θα ηθελα βεβαια να δηλωσω ειλικρινα οτι ακομα μου αρεσουνε λιγουλακι, μπορει να φταιει οτι τελευταια ρεντιοχεντιζουνε καπως αξιοπρεπως.

Εχω παρει λοιπον την αλλη κολλητη μου τη Μαρου, μαθημενες πλεον απο συναυλιες και χωρις μεγαλο κινδυνο καθοτι ακουστικ σετ, και παμε στο λαιβ. Η Χαρου, που εχει ιδιαιτερη αγαπη στην μπαντα, χωνεται να δουλεψει και δεν μπορει να παρευρεθει και τα’χει βαψει μαυρα. Ετσι με το τελος της συναυλιας, εχω τη φαεινη ιδεα να της κανουμε ενα καλαμπουρι για να της φτιαξουμε το κεφι.

Ο χαριτωμενος κοκκινοτριχης τραγουδιστης Βινσεντ, σαν κλασσικος νεροβραστος αγγλος που ειναι, επι ολη τη συναυλια εχει ενα πλαστικο κυπελλακι διπλα του και πινει τσαγακι. Φευγοντας απ’τη σκηνη αφηνει το αδειο κυπελλακι στην ακρη, κι εκει μου ερχεται η εμπνευση: να παρουμε το κυπελλακι, λεω στη Μαρου, και να το παμε στη Χαρου με αγαπη απ’τον Βινσεντ. Δε θελω να με παρεξηγησετε, εγω χαζοβιολα γκρουπι δεν υπηρξα ποτε (εχμ γκουχου), ουτε και οι φιλες μου. Προοριζοταν ως αστειακι, ως χαβαλες. Παω λοιπον και παιρνω το κυπελλακι χαζογελωντας με τη Μαρου, οταν ξαφνου, νιωθω ενα τραβηγμα στο μανικι. Γυριζω και βλεπω μια αγριεμενη τυπισσα με σμοκι αης να ψελλιζει ακαταλαβιστικα λογια κοιτωντας το κυπελλακι λες και ηταν το αγιο δισκοποτηρο. «Δικο μου, δικο μου, εγω το ειδα πρωτη, δικο μου» ξεχωριζω να λεει μεσα στο παραληρημα της. Καπως τη λυπηθηκα γιατι μου θυμησε λιγο το σμηγκολ και τη ρωταω «Το θες;». «Δικο μου δικο μου ΔΩΣΤΟ ΜΟΥ!» συνεχιζει να μυξοκλαιει αυτη, κι εγω της απανταω, οκ ρε παιδι μου, αμα το θες να στο δ..... και τοτε αρχιζει να με σπρωχνει και να με τραβολογαει κι εχει γατζωθει πανω στο χερι μου με πρωτοφανες μισος σχεδον ουρλιαζοντας να της το δωσω.

Δεν ειμαι ευεξαπτος ανθρωπος αλλα ειμαι λιγο μισογυνισσα και λιγο πληθωρικια και σορρυ αλλα μου αναψανε τα λαμπακια. Θα της το’δινα αλλα με τσαντισε. Τραβα γαμησου μωρη υστερικια αγγλοφιλη αγαμητη μπετονιερα, δε στο δινω μωρη, οχι δωστο μου εγω το ειδα πρωτη, αστο κατω μωρη δε το παιρνεις, και πανω στα πρωτα σπρωξιδια και λιγο πριν το ξεμαλλιασμα, συνειδητοποιω οτι πλακωνομαι με μια χαμουρα για το γαμοτσαγο ενος τραγουδιστη και νιωθω καπως γελοια. Της το δινω λοιπον, και πανω που το τραβαει αυτο σπαει και τσαλακωνεται. Με ενα επιδεξιο σαλτο ανεβαινω στη σκηνη και αρπαζω το μπουκαλακι με το νερο που επινε ο Βινσεντ για να ξεδιψασει απ’τα βοτανια. Της το κουναω στη μουρη επιδεικτικα, εκεινη κανει να με πλησιασει και της ουρλιαζω «ετσι και κανεις ενα βημα θα σε κανω να φας τη ντεκαπαζ σου!». Αν δε σιχαινομουν θα το εγλειφα και λιγο για το ντραματικ του πραγματος, αλλα συγκρατηθηκα. Αυτη απομακρυνεται φοβισμενη με το τσαλακωμενο κυπελλο στο χερι, κι εγω με τη Μαρου εχουμε κλασει στα γελια.

Κι η Χαρου γελασε πολυ επισης.


Προχωραμε σε πολυ γρηγορη κινηση πηδωντας πολλες χαριτωμενες συναυλιες που ισως σας εξιστορησω στο σηκουελ του ποστ αυτου.

Eject Festival, σχεδον δυο χρονια πριν, στο Ελληνικο.

Τραβιεμαι μ’ενα γκομενο εκεινη την εποχη, φοβερη περιπτωση. Ειμαι ολοσδιολου καψουρα και εχουνε παιχτει διαφορα πραγματα μεταξυ μας, αλλα αυτος ειναι απ’αυτους, ξερετε, τους «δε θελω σχεση, δεν ειμαι σιγουρος, δεν ειμαι ετοιμος» (μετα το σιχαμενο δεν ξερω γιατι, αλλα αυτοι πολλαπλασιαστηκαν ξαφνικα). Ειμαστε λοιπον σε περιεργη φαση και τα πραγματα ειναι καπως αμφιρροπα μεταξυ μας, κι η συναυλια αυτη μελλει να κρινει την εκβαση του ροματζου μας, ο θεος να το κανει.

Εχουμε παει στο λαιβ με το σκεπτικο οτι θα μπουμε τσαμπα γιατι εγω εχω ενα κοννε. Λιγο πριν φτασουμε ομως η φαση στραβωνει και πρεπει να πληρωσουμε. Το εισητηριο κανει κατι σε 60 ευρω παρακαλω. Εγω εχω φραγκα αλλα ο αλλος δεν εχει. Βγαζω λοιπον εγω εισητηριο και παμε με το σκεπτικο να μπουμε μαζι. Αφου εχουμε κατσει απ’εξω γυρω στα 45 λεπτα, κατα τα οποια ο τυπος κανει σαν γκομενα, δεν ξερω, ντρεπομαι, πως θα μπουμε, τι θα πουμε και τετοια, κι εγω προσπαθω να τον καθησυχασω σε φαση, ε θα κλαφτουμε λιγο, θα το παιξουμε καπως, θα τους κανω καμια τσαχπινια και θα μπουμε. Μου’χει πρηξει τ’αρχιδια και σε λιγο αρχιζουν οι Stereo MCs, και λεω, δε γαμιεται, θα στο παρω εγω το εισητηριο, θα στο κανω δωρο. Σκαω αλλα 60 ευρωπουλα και παμε να μπουμε επιτελους. Σημειωτεον, με το που μπαινουμε διαπιστωνουμε οτι στην πορτα δουλευει ενας φιλος του. Κλαιω τα λεφτακια μου αλλα χαλαλι.

Μπαινουμε. Χωνομαστε στο πληθος. Οι Stereo MCs βγαινουνε και γαμουνε. «Τιποτα να πιουμε εχεις;» με ρωταει ο ερωτας. Αλοιμονο, φυσικα κι εχω, μια ηστπακ γεματη μπουκαλακια και σκατακια εχω, θα γινουμε μια χαρα. Πινουμε ο,τι πινεται, γινομαστε και γαμω, βγαινουνε οι James, ωραιο λαιβ, ωραιο κλιμα, περναμε τελεια. Αρχιζουνε κατι βλεμματα και κατι υπονοουμενα και κατι αγκαλιες και κατι τραγουδισματα στο αυτι και κατι αφιερωσεις και σποντιτσες και ομορφα ρομαντικα πραγματα και να και κατι φιλια και λεω, ωπα, εδω ειμαστε! Επιτελους! Γαμω!

Καποια στιγμη ειδαμε και τους UNKLE νομιζω, αλλα δεν θυμαμαι τιποτα, μονο οτι καθομαστε οκλαδον και κοιταζομαστε ολο νοημα. Υστερα ξαπλωνομαστε πανω στο γρασιδι εκστασιασμενοι, και μου λεει ο ερωτας, «πειναω». Θα του απαντουσα πηδα αλλα δεν ειμαι κλασσικη. «Ειδα μια καντινα εδω απ’εξω», μου λεει, «πηγαινε να παρεις κανα σαντουιτς να φαμε». Χαλαλι ρε ιπποτη αντρα, να παω να σου παρω και σαντουιτς. Σερνομαι εξω στο κακο μου το χαλι... Του το φερνω... Τον ταϊζω...

Μεχρι στιγμης αυτο το λαιβ, με τα εισητηρια, τα πιοτα και τα φαγια μου’χει παει κανα διακοσαευρω, αλλα δε γαμιεται, περναω υπεροχα. Και τωρα που θα διαβασετε και το μετα, ας ερθει οποιος γουσταρει να μου πει αν εγω ειμαι γκομενα που χωραω στη θεωρια των τριων Πι....

Καποια στιγμη πανω που τρωει το σαντουιτς μου ζηταει το κινητο μου να στειλει ενα μυνημα γιατι δεν εχει μοναδες. Του το δινω, εδω μας εχει στοιχισει ο κουκος αηδονι, στα 0.20 λεπτα θα κολλησουμε; Στελνει το μυνημα, σβηνει και την αναφορα και το εξερχομενο γιατι νομιζει οτι ειναι και ξυπνιος, και ξεκιναμε να παρουμε ταξι να γυρισουμε.

Ελα μου ομως που η γκομενα του δεν ειναι πολυ ξυπνια... Μπαινοντας στο ταξι μου σκαει το εξης μυνημα στο κινητο:

«kala vre mwro m, den einai ligo nwris gia na mou les s’agapw? Gnwrizomaste elaxista ki ets»

Εντωμεταξυ ακουω τον ερωτα διπλα να λεει με πρωτοφανη ανεση στον ταξιτζη «παμε πρωτα Αγιους Αναργυρους και μετα Αιγαλεω»... (εγω τοτε εμενα αγιους, αυτος αιγαλεω). Προσπαθω ν’αποφυγω το μινι εγκεφαλικο που μου’ρχεται με αργα και σταθερα βηματα, και τον ρωταω «Αγαπημενε μου, λεφτα για το ταξι, εχεις;»

Κι εκει αρχιζει ο διαλογος του παραλογου.

«Οχι φυσικα,» μου απανταει, «αφου ειπαμε, σημερα βαζεις εσυ.»
«Ξερεις καρδια μου, ειμαστε στο Ελληνικο. Μεχρι τα σπιτια μας το ταξι θα παει κανα εικοσαευρω το λιγοτερο.»
«Και τι θες να γινει τωρα;» με ρωταει με υφος.
(ο ταξιτζης μας κοιταει απ’τον καθρεφτη ανησυχος)
«Χμ, ξερω γω, λεω να κατεβεις στους Αγιους και να περιμενεις να ξημερωσει να παρεις το λεωφορειο. Πως σου φαινεται;»
«Καλα εισαι σοβαρη;» μου απανταει μες στη τσαντιλα.
«Α, δε σ’αρεσει;; τοτε μπορεις να παρεις τη γκομενα σου τηλεφωνο να’ρθει να σε μαζεψει μαλακοκαβλη γαμημενε τυχαρπαστε υποκριτη του κερατα!» ουρλιαζω.
Με κοιταζει με εκθαμβο θιγμενο υφος κι αρχιζει να φωναζει.
«Μα καλα, πηγες κι εψαξες το μυνημα μου;;; Δε ντρεπεσαι λιγο;;; Τι επιπεδο εχεις;;; Εισαι ελεεινη κατινα και αδιακριτη!»
«Με τι ειμαι αδιακριτη ρε σκατοψυχε μαλακαβλακα, με το κινητο ΜΟΥ;;;;;;;;»
(ο ταξιτζης γυριζει προς τα πισω πανικοβλητος)
«Ωραια, και τι θα γινει τωρα;» με ρωταει ο ερωτας, «θα μ’αφησεις μες στο δρομο βραδιατικα χωρις λεφτα;»
«Οχι βρε,» του απανταω, «αμα θες μπορεις να ανεβεις σπιτι μου να με γαμησεις λιγο γιατι σε πληρωσα που σε χρυσοπληρωσα, να με ρουφηξεις και λιγο να μου φυγει το αχτι γαμιολη σαφρακιασμενε ΠΟΡΝΕ!!!!!!»
«Εισαι ηλιθια!» μου φωναζει, «Εισαι εντελως μαλακισμενη κι απορω γιατι ασχολουμαι μαζι σου!»
«Ηλιθια ειναι η γκομενα σου ρε παπαρα που πηγε και απαντησε στο δικο μου το κινητο!»
(ο ταξιτζης ψελλιζει να ηρεμησουμε και να μην τσιριζουμε φοβισμενος)

Και σ’εκεινο το σημειο ερχεται Η ΑΤΑΚΑ. Η θεϊκη ατακα. Γυριζει ο ερωτας ψυχραιμος και με ρωταει:

«Αληθεια, τι απαντησε στο μυνημα;»

Καλημερα εγκεφαλικο.
Αντιο λογικη.


Φωναζω στον ταξιτζη να σταματησει. Ανοιγω την πορτα κι εκει, πανω στο μεγαλο φιναλε της τραγελαφικης μου βραδιας, επιλεγω τον δρομο του επιπεδου. Βγαζω 30 ευρω απ’το πορτοφολι, τα πεταω στη μαπα του ερωτα, και του λεω να κρατησει τα ρεστα για τον κοπο του. Βγαινω απ’το ταξι μια σωστη Κυρια, και καθως καπου εκει τελειωνει το καταπληχτικο μου ρομαντζο, σκεφτομαι οτι αυτη τη συναυλια θα τη θυμαμαι για παντα....


Και φτανουμε στην περσινη χρονια, Αγγελακας και Ψαραντωνης, Λυκαβηττο παλι.

(Μην ακουσω καμια μαλακια για την εξελιξη των μουσικων μου ακουσματων. Η χρονικη σειρα δεν ειναι σε συναρτηση με τις επιλογες, εγω παντα ακουγα τα παντα κι ο,τι να’ναι)

Εχω παει στη συγκεκριμενη συναυλια μονη μου. Ειμαι σε ενα περιεργο αν και οχι κακο μουντ, και γουσταρω πολυ να καταθλιφθω ετσι χαριτωμενα, εχω πιει κι ενα μπουκαλακι κρασι και τραλαλα. Πανω που αραζω λιγο πριν αρχισει το λαιβ, πετυχαινω στο ασχετο μια γνωστη μου, περιστασιακη συναδελφο, με μια φιλη της. Μου λεει ν’αραξουν μαζι μου, νο προμπλεμ της λεω, στρογγυλοκαθομαστε στο δαπεδο γιατι η φαση ειναι οκλαδον τσιλαουτ κι ετσι, βγαινει ο Αγγελακας κι ολα ομορφα. Σε μια φαση λοιπον, γυρναει η γνωστη μου και μου λεει: «Εχω μαζι μου ενα....»

Εχμ...

Παμε παλι απ’την αρχη. «Εχω μαζι μου ενα.... σαντουιτς» μου λεει, «θες μηπως να το φαμε μαζι μισο μισο γιατι η φιλη μου δεν τρωει σαντουιτς;»

Σαντουιτς! Τι λες τωρα, της απανταω, εννοειται οτι θελω να φαμε ενα σαντουιτς! Εγω ξερεις τρελαινομαι για σαντουιτς, τρωω καθε μερα! Βγαζει λοιπον η κοπελια το σαντουιτς κι αρχιζουμε να το τρωμε, ωραιο σαντουιτς ομολογω, σε μια φαση βλεπει ενα γνωστο της και παει να του μιλησει, αμα θελω μου λεει να το φαω εγω ολο το υπολοιπο σαντουιτς γιατι αυτη χορτασε. Γαμω, τι αλλο θελω, τσαμπα σαντουιτς κι ολο δικο μου. Τελειωνω το σαντουιτς, αυτη επιστρεφει, ο Αγγελακας τα σπαει, κι εχω τριπαρει τα τετοια μου, μιλαμε βλεπω τη μουσικη κι ακουω τα χρωματα, αλλα εκει πανω στο διαλλειμα εχω αρχισει και χαζευω λιγο, βλεπω μαυρες μικρες κηλιδες κι ακουω ενα γαμημενο βουητο στο κεφαλι μου λες και φτιαξανε σφηκοφωλια πισω απ’τα ματια μου. «Καλα ρε,» τη ρωταω, «τι σκατα ειχε αυτο το σαντουιτς μεσα; Νομιζω οτι μου επεσε καπως βαρυ»...
«Ε, τι να ειχε...» μου απανταει, «τα κλασσικα, ξερεις... Μα αφου μου ειπες οτι τρως σαντουιτς!»
Ναι ρε κοπελια, εγω εχω φαει στη ζωη μου ενα βουνο σαντουιτς, αλλα αμα αυτο ειχε μεσα τα κλασσικα εμενα να με χεσεις... που με εχεσες ηδη δηλαδη...

Αποφασιζω να παω να ριξω λιγο νερο στη μουρη μου γιατι δεν την παλευω μια, κι αρχιζω να σερνομαι προς την εξοδο. Πανω στα μισα του δρομου οι μαυρες κηλιδες εχουν αρχισει και μεγαλωνουν ανησυχητικα, κι εγω τρεκλιζω αναμεσα σε καθισμενους ανθρωπους, και καπου εκει πεφτω. Καποιος αγιος ανθρωπος με ανασηκωνει ελαφρα κι εγω ξαναπεφτω. Συνειδητοποιω οτι το να σηκωθω ηταν αθλια ιδεα, αλλα ειμαι ηδη στα μισα του δρομου και το να γυρισω πισω στη θεση μου μου φαινεται ακατορθωτο, επομενως συνεχιζω προς την εξοδο πεφτοντας και ξανασηκωνοντας ψελλιζοντας συνεχεια συγνωμη, και νιωθωντας οτι με κοιταζει ολο το γαμοσταδιο επικριτικα, μαζι κι ο Αγγελακας. Ακουω τη λυρα του Ψαραντωνη εκκωφαντικη και τρομακτικη μες στα αυτια μου και πανικοβαλλομαι, αρχιζω σχεδον να τρεχω, πηδαω πανω απο κεφαλια, σκουνταω, πεφτω, συγνωμη και ξανασυγνωμη, και επιτελους, βγαινω. Βλεπω την τουαλετα απο μακρια και διπλα της το σταντ με τους τυπους της παραγωγης. Κι ειναι το τελευταιο πραγμα που βλεπω.

Μπλακ αουτ. Μαυρο. Λιποθυμαω.

Δεν εχω λιποθυμησει ποτε στη ζωη μου απο σαντουιτς, και το γεγονος αυτο με κανει να ντρεπομαι πιο πολυ κι απ’τα γεγονοτα που ακολουθησαν.

Ξυπναω σωριασμενη σε μια καρεκλα κατω απ’την τεντα της παραγωγης. Απο πανω μου ειναι δυο ανησυχοι και λιγο τσαντισμενοι μπρατσαραδες που μου μιλανε. Τους ακουω. Καταλαβαινω τι μου λενε. Αλλα δεν μπορω να απαντησω. Δεν μπορω καν να μιλησω. Κοιταζω το κενο. Γερνω στο πλαι και ξερναω. Ξανακοιταω το κενο. Ξαναξερναω. Μου φερνουνε νερα και χαρτομαντιλα. Συνεχιζω να μην μπορω να μιλησω. Ερχεται απο πανω μου μια γκομενα που λεει οτι ειναι γιατρος. Μου κανει κατι πραματα στο κεφαλι. Νιωθω καπως καλυτερα. Ξαναξερναω. Μου ξαναδινουν νερο. Καταφερνω να μιλησω. Λεω ευχαριστω.

Ο ενας τυπος παιρνει θαρρος που επικοινωνω με τον πλανητη γη και αρχιζει να με ρωταει. Τι εχω παρει. Τι εχω φαει. Ποτε, πριν ποση ωρα, ποσα, που, ποιος μου τα εδωσε. Τιποτα, του απανταω, δεν εχω παρει τιποτα, εγω ενα σαντουιτς εφαγα μονο. Αστα σαπια, κοπελια, απο σαντουιτς ετσι δε γινεσαι, πες τι εχει φαει, αμα δε μας πεις δε μπορουμε να σε βοηθησουμε, τρυπες, κουμπια, πρεζα, τι; Δεν εχω παρει τιποτα, του ψελλιζω μες στη ντροπη, μονο ενα σαντουιτς! Φευγει τσαντισμενος και μενω με τον αλλον. «Μη το παρεξηγεις το παιδι,» μου λεει καπως με ενα υφος φλερτ, «ειναι λιγο παλαιων αρχων». Δοξα το θεο, σκεφτομαι, ενας νορμαλ ανθρωπος. «Ελα, ηρεμησε,» συνεχιζει, «και πες μου εμενα.... Τι εχεις παρει; Δε θα σε κατακρινω.»

Σ’αυτη τη φαση εχω αρχισει και συνερχομαι και ταυτοχρονα τσαντιζομαι, γαμω το στανιο σας μαλακισμενα, δεν εχω παρει τιποτα, θελω να πω, αλλα οσο να’ναι ντρεπομαι γιατι κακα τα ψεμματα, με βοηθησανε οι ανθρωποι. Ενα σαντουιτς, επιμενω, ενα γαμωσαντουιτς που δε ξερω τι σκατα ειχε μεσα! «Εισαι μικρη κοπελα βρε παιδι μου» μου απανταει ολο γλυκα χαιδευοντας μου τον ωμο, «ποσο εισαι, 18-19;» ναι ναι μαλακα πεφτουλα τοσο ειμαι, «να μην τρως τετοια πραματα, δεν κανουν καλο... μικρο κοριτσι εισαι, σε ξεγελασανε, σε παρασυρανε, το καταλαβαινω» ναι ναι με παρασυρανε εγω δεν ξερω τιποτα ειμαι μικρο κοριτσι αλλα αμα συνεχιζεις να με χαϊδολογας θα σου δεσω τ’αρχιδια φιογκο σκεφτομαι, και σ’εκεινο το σημειο λεω, Γωγοθακι, ωπα, φτανει η ξεφτιλα, συνελθε ΤΩΡΑ.

Κι επειδη εχω φοβερο γουιλπαουερ, συνηλθα. Σηκωθηκα, εκανα μια βολτα γυρω απ’την καρεκλα, πηρα το νερακι μου αγκαζε, ευχαριστησα τους δυο γραφικους μπρατσαραδες, τους ζητησα συγνωμη και τους καληνυχτισα χαρωπα και περηφανα. Εκεινοι σαστισαν εντελως γιατι τους ηρθε ξαφνικο και κλονιστηκε η θεωρια τους οτι ειμαι πρεζακι. «Να προσεχεις κοπελια,» μου φωναξε ο ενας, «κι αλλη φορα, μακρια απο καραμελιτσες»

Απο τι;;;;
Στην προκειμενη οι καραμελιτσες δεν ειναι παρομοιωση. Μου το’πε στ’αληθεια αυτο. Και ποτε δεν καταλαβα τι εννοουσε γιατι δεν ειμαι πρεζακι εγω νταξει;;;;;!!!

Κατηφορισα το Λυκαβηττο μονη τραγουδωντας και σκεφτομενη οτι αυριο, η θα γελαω παρα πολυ, η θα θελω ν’ανοιξει η γη να με καταπιει.

Δεν γελαγα.


Το ηθικο διδαγμα ολων αυτων παιδια μου, ειναι, ποτε μην τρωτε σαντουιτς που δεν ξερετε τι εχει μεσα. Η που δεν εχει φτιαχτει απο εσας η μπροστα σας απο νορμαλ εμπιστα ατομα με αγνα υλικα και οχι μεταλλαγμενα προκατασκευασμενα και ραντισμενα με ποιος ξερει τι σκατα πρεζονερα. και μην κερνατε σαντουιτς τους γκομενους αν δεν ειστε σιγουροι οτι δεν κερνανε αυτοι σαντουιτς τις γκομενες τους.


Πι ες: for the sandwitch simulation, credit goes to a specific “How I met your mother” episode.