Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Προσωπικοι Μεσσιες - ή αλλιως, how boobs can make you popular

Αυτο το κειμενο το εχω υποσχεθει καιρο στις μικρες δεσποινιδες που το ενεπνευσαν. Ειναι αφιερωμενο σ’αυτες.


Οταν ημουνα τοση δα μικρη και τα μαλλια μου ηταν αγνα παρθενα και μαυρα οπως και ο,τιδηποτε αλλο επανω μου, ημουν ενα πολυ αντικοινωνικο παιδακι. Ημουν πολυ ντροπαλο, συνεσταλμενο και καπως αλαφροϊσκιωτο. Περιπου οπως ειμαι και τωρα δηλαδη, αν και μερικοι μπορει να νομιζετε το αντιθετο. Ημουν το παιδακι που ο,που το εβαζες καθοτανε ησυχο ησυχο και ζωγραφιζε φανταστικα σχηματα στο πατωμα. Μετα μεγαλωσα λιγο κι αρχισα να μιλαω. Το πρωτο πραγμα που εμαθα να λεω ηταν τ’ονομα μου. Δηλαδη... περιπου... Ερχοντουσαν οι μεγαλοι πανω απ’το κεφαλι μου με αυτο το χαζο βλεμμα που κοιτανε τα μωρα και με ρωταγανε «Πως σε λενε ματακια μου;» κι εγω σηκωνα το κεφαλι μου και φωναζα κοφτα, επιβλητικα και καπως θυμωμενα και περηφανα:
«ΓΩΓΟΛΕ!!!!!!»
Μη ρωτησετε, δεν ξερω γιατι. Ειναι ακομα μυστηριο στην οικογενεια. Νομιζω οτι ηταν τα πρωτα δειγματα αυτου του φοβερου ταλεντου μου να κανω ρηαλ λαιφ μοντερεησιον. Μπερδευοντουσαν, απομακρυνονταν και πηγαινανε να ρωτησουν τη μαμα μου γιατι φωναζω ετσι ακαταλαβιστικα πραματα.

Απο τοση δα λοιπον μου ειχε δημιουργηθει η αισθηση οτι οι ανθρωποι ειναι καπως ανοητοι και αστειοι και δεν τους εδινα πολυ σημασια. Ημουν πολυ ευτυχισμενη μες στην παιδικη μου μοναχικοτητα. Διαβαζα εγκυκλοπαιδιες, ζωγραφιζα κοπελες που επαιζαν τενις και χτενιζα το μικρο μου πονυ. Ειχα ενα κηπο και μια κατοικιδια τεραστια χελωνα που ζουσε μεσα του. Δεν την πλησιαζα πολυ εκτος για να την ταϊσω, κι εκεινη δεν με ενοχλουσε ιδιαιτερα. Ειχαμε πολυ καλη σχεση. Αλλα πολυ συντομα το περιβαλλον μου μου επεβαλλε να συναναστρεφομαι με ανθρωπους. Πολυ κακη ιδεα.

Σ’αυτο το σημειο θελω να πω οτι τα παιδακια ηλικιας 5-10 ετων ειναι τα πιο μοχθηρα, σκληρα και μη-ευγενη πλασματα που περπατουν τον πλανητη τουτο. Μικρες γελοιες νοσηρες καρικατουρες του ανθρωπινου πολιτισμου χωρις ανεπτυγμενο το φιλτρο της κοινωνικης επιδεξιοτητας που κραταει συμπαγη τα θεμελια αυτης της ξεπεσμενης drama queen κοινωνιας και μας εμποδιζει απ’το να ορμαμε να ξεσκισουμε το λαιμο οποιουδηποτε καταπατα τον προσωπικο μας χωρο, την επεκταση του μικρου εαυτου μας, οπως θα επρεπε κανονικα να κανουμε σαν ζωα που ειμαστε.
Και να φανταστειτε οτι θελω να γινω και μανα.

Με εσυρε λοιπον η γιαγια σε κατι γειτονοπουλα να παιξουμε. Το ενα το μαλακισμενο μου ζητησε τις κηρομπογιες μου να ζωγραφισει. Του τις εδωσα δειλα δειλα πιστευοντας οτι ετσι θα κερδισω τη συμπαθεια του. Αυτο τις εσπασε σε μικρα κομματακια και τις σκορπισε στην αυλη.
Βλεπετε τα παιδια εχουν πολυ ανεπτυγμενο το ζωωδες συμπεριφορικο ενστικτο. Η καταστροφη των κηρομπογιων μου ηταν επιδειξη ανωτεροτητας και ισχυος μεσα στην αγελη. Εγω το βρηκα αχρειαστο και λιγο επιδεικτικο. Συνεπακολουθα ανοητο. Πηρα τις ζωγραφιες μου και γυρισα πισω στην χελωνα μου.

Μετα ηταν το μαρτυριο του νηπιαγωγειου. Ενταξει εκει δεν με ενοχλουσαν πολυ γιατι καθομουν ολη την ωρα στο τραπεζακι μου και ζωγραφιζα τις τενιστριες που λεγαμε. Γενικα ζωγραφιζα συνεχεια κοπελες που κρατουσαν μακρουλα πραματα στα χερια τους. Ρακετες, μικροφωνα, τσιγαρα. Ξερω τι θα ελεγε ο Φρουντ γι’αυτο, αλλα ας μην ξεφευγουμε απ’το θεμα.
Ερχεται λοιπον μια μερα ενα αλλο μαλακισμενο εκει που μπογιατιζω εναν ηλιο και μου λεει να σηκωθω να κατσει αυτο γιατι ειναι η θεση του. Κι αλλη επιδειξη ισχυος, σκεφτομαι με το ανεπτυγμενο ιδιοφυες παιδικο μυαλο μου. Κι επειδη ειχε ηδη αρχισει ν’αναπτυσσεται επισης και το μετεπειτα δημοφιλες αντιδραστικο μου πνευμα, δεν του δινω σημασια και συνεχιζω να μπογιατιζω.
Θυμαστε εκεινα τα τσιγκινα βαλιτσακια που μας δινανε μικρα για να βαζουμε μεσα το κολατσιο μας; Ητανε τετραγωνα και ειχανε σχεδιακια απο καρτουν. Εχετε φαει ποτε τετοιο στο κεφαλι; Ενταξει δεν ειναι και φονικα οπλα αλλα αμα εισαι 5χρονο και στο φορεσουνε καπελο οσο να’ναι ποναει και κανει κι ενα ΓΚΝΤΟΥΠ αλλο πραμα.
Εκλαψα λιγο αλλα το ξεπερασα.

Μετα ηταν το μαρτυριο του δημοτικου. Πρωτη βδομαδα στο σκολειο, εγω καθομαι στο θρανιο μου ησυχη ησυχη και δεν πειραζω κανενα, ερχονται τρια μαλακισμενα και μου λενε να γινουμε φιλες.
Με μια προχειρη σκεψη με ενθουσιαζει και με συναρπαζει λιγο η ευκολια με την οποια τα παιδακια συναπτουν σχεσεις μεταξυ τους. Με μια δευτερη σκεψη θυμαμαι και συνειδητοποιω οτι οπως και στην ενηλικη ζωη, η συναψη ανθρωπινων σχεσεων δεν ειναι ποτε οσο απλη κι ευκολη φαινεται.
Για να γινουμε φιλες με τα μαλακισμενα λοιπον, επρεπε να αποδειξω την εμπιστοσυνη και την αφοσιωση μου με το να τους εκμυστηρευτω ποιο αγορι αγαπαω. Εγω δεν ηξερα ποιο αγορι αγαπαω κι ετσι υπεδειξα το αγορι που μου ειχε τραβηξει περισσοτερο την προσοχη. Ηταν ο Αλεξης που ετρωγε μυγες. Εξ’ου και η προσοχη, οσο να’ναι αυτος που μασουλαει μυγες κριτσι κριτσι καθε μερα ειναι το αντιστοιχο του εντυπωσιακου στην ηλικια εκεινη, και η δημοτικοτητα του απογειωνεται στα υψη καθοτι ολα τα αλλα αγορακια τον θαυμαζουν και τον ζηλευουν. Επιδειξη ισχυος που λεγαμε.
Ερχεται λοιπον στο επομενο διαλλειμα ο Αλεξης που ετρωγες μυγες με δυο φιλους του, λιγοτερο δημοφιλεις γιατι ετρωγαν μονο μαργαριτες και πευκοβελονες, με υφος πολλα βαρυ και αγριο, στεκεται απο πανω μου ετσι οπως ζωγραφιζω, μου χωνει το δαχτυλο στη μουρη και μου λεει: «Εμαθα οτι μ’αγαπας!» Κομπιαζω εγω το κακομοιρο και μου πεφτει ο μαρκαδορος. «Αμα δεν σταματησεις να μ’αγαπας» συνεχιζει ο Αλεξης που ετρωγε μυγες φανερα τσαντισμενος «θα ερθω και θα σε δειρω, ακους;;;;».
Με την ακρη του ματιου μου πιανω τα τρια μαλακισμενα, τις «φιλες» μου, να γελανε σε μια γωνια χαιρεκακα.

Μετα απ’αυτες τις τρομακτικες εμπειριες λοιπον πηρα την περα για περα συνειδητη αποφαση να μην συναναστραφω ανθρωπους με φιλικες διαθεσεις ποτε ξανα. Ολο το δημοτικο περασε ετσι. Δεν εβγαινα ποτε στα διαλλειματα, δεν μιλουσα με κανεναν, δεν συμπαθουσα κανεναν, και ολοι με νομισαν για προβληματικη και λιγο πειραγμενη. Στη γειτονια τα πραγματα δεν ηταν πολυ καλυτερα, καθ’οτι τιγκα στα μεγαλυτερα αγορακια που το επαιζαν ποδοσφαιρισταρες στις αλανες κι εμας τα μικρα μας σνομπαραν. Αλλα να σας πω την αληθεια ουτε που με προβληματιζε το οτι ημουν απροσαρμοστο και μοναχικο. Απορω πως δεν προβληματισε τους γονεις μου, αλλα κατι θα ηξεραν.

Τι να απεγινε αραγε ο Αλεξης που ετρωγε μυγες;....


Εν παση περιπτωση, η ζωη μου κυλουσε ωραια κι αρμονικα. Διαβασα ολες τις εγκυκλοπαιδιες του σπιτιου, εγινα πανεξυπνη και φανταστικη, ανακαλυψα και τη μουσικη και καταλαβα το νοημα της υπαρξης, ολα ηταν οπως επρεπε, μεχρι την πεμπτη προς εκτη δημοτικου. Τοτε συνεβη το γεγονος που αλλαξε τη ζωη μου.

Κατσε να δεις, πως το λεει ενας φιλος μου.... Ηρθαν οι Ρωσοι! Χαχαχαχαχαχαχα χριστε μου τι γελοια εκφραση χαχαχχαχχαχα.

Μου ηρθε περιοδος λοιπον.

Μη φανταστειτε οτι αλλαξε ξαφνικα η ζωη μου τραγικα, οτι ηταν κανενα κοσμοϊστορικο γεγονος που με αλλοιωσε ψυχικα. Απλα ποναγα εκει χαμω λιγο αλλα δεν εδωσα και πολυ σημασια... Αλλα ξερετε τι ερχεται μετα την περιοδο ετσι;.....

Φυτρωνουνε βυζα.

Οταν πηγα στην πρωτη γυμνασιου ημουν ηδη σχεδον ανεπτυγμενο θυληκο. Ξαφνικα απο το πουθενα αρχιζαν να με πλησιαζουν ανθρωποι, συμμαθητες και συμμαθητριες απ’το δημοτικο, δευτερακια, τριτακια, αγνωστοι, λιγουρηδες, καλοθελητες, χαμογελαστα μικρομεγαλα κοριτσακια με σωμα σκουποξυλου που κοιτουσαν τα δυο στρογγυλα τροπαια μου με ζηλια και θαυμασμο και τα εβλεπαν σαν εισητηριο ποπιουλαριτι σ’αυτο το ρολερ κοστερ που ονομαζοταν εφηβεια. Ξαφνικα με θελαν στην παρεα τους. Ξαφνικα ημουν δημοφιλης. Μπορει να ντυνομουν με λουλουδατα κολαν που μου επαιρνε η μαμα μου και να μην ηξερα καμια χιπ εκφραση της εποχης οπως «εισαι τυρι», «φασωνομαι», ή «κοψε ρε», αλλα δεν ειχε σημασια γιατι χου κερς, ειχα βυζια! Στη δευτερα γυμνασιου αρχισα πολεμικες τεχνες και μετα χορο. Ημουνα 45 κιλα με φετες κοιλιακους, βυζια σε πληρη αναπτυξη που κοιτανε περηφανα το θεο χωρις σουτιεν, και ποδια που μπορουν να βασταξουν τις αμαρτιες του ανθρωπινου γενους. Επισης επιασα γκομενο τον πρωτο μου ερωτα που ηταν 18 χρονων οταν εγω ημουν 15.

Εκει να δεις ποπιουλαριτι.... Εξελιχθηκα ξαφνικα απο το απροσαρμοστο που δεν το καλουσαν στα παρτυ, στη σουπερ γκομενα που ολες θελανε στην παρεα και ολοι θελανε να «φασωσουν» αλλα εκεινη ηταν αγερωχη, απροσιτη και λιγο σνομπ. Πρωτο γιατι ειχε γκομενο, και δευτερον γιατι τι νομιζατε ρε μαλακισμενα, οτι φυτρωσα καμπυλες και ξεχασα την ποταπη ανθρωπινη φυση σας;
Τους μισουσα, τους εκραζα και τους σνομπαρα ολους. Ειχα παρεες αλλα τους ειχα ολους γραμμενους. Και το ηξεραν. Και δεν ειχε σημασια! Γιατι ειχα βυζια! Στη γειτονια ολα τ'αγορια ηθελαν να βαλουν γκολ οταν περνουσα και στα παρτυ κανανε ουρα για να χορεψουν μαζι μου και να χαμηλωνουν διακριτικα και σταδιακα τα χερια τους στο μπλουζ προς τον πωπο μου. (now, really, guys, what the fuck was up with that??? you weren't fooling nobody yo!)

Ηταν ωραιο οσο κρατησε αλλα μετα οσο να το κανεις φυτρωσανε ολες βυζια και δεν ητανε και μπιγκ ντιαλ πια το θεαμα και ηρθε το Λυκειο.

Στο Λυκειο που πηγαινα υπηρχαν δυο μεγαλες κλικες. Τα τρεντι σκυλοπαιδα και τα βερι ιν μεταλλα. Περιττο να σας διευκρινισω οτι τα μεν εκαναν παρεα με τα δε γιατι ητανε ολα βλαμμενα και αποπροσανατολισμενα και δεν ειχανε ιδεα για τιποτα. Εγω ακουγα Μαικολ Τζακσεν. Τα μισουσα. Με μισουσανε. Δεν ηθελα να μπω σε καμια παρεα και καμια κλικα κι αυτο τους μπερδευε με την παρτη μου και με θεωρουσαν λουζερ.
Μετα απο πολλα χρονια που πετυχα μερικα απ’αυτα στο μεταλλαδικο που δουλευα dj ειχε πολυ πλακα παντως.


Μ’αυτα και μ’αυτα και με πολλα αλλα που δεν ειναι της παρουσης να σας πω, εγινα λιγο μισανθρωπος και αντικοινωνικη. Το θεωρω ακομα λιγο παραδοξο γιατι στ’αληθεια ειμαι πολυ τρυφερη ψυχη, αλλα φανταστειτε ας πουμε ενα τετοιο ατομο να δουλευει νυχτα.

Το λεω συχνα στους φιλους μου, (ναι εχω φιλους οσο απιστευτο κι αν φαινεται) οτι πιστευω πως εχω αναπτυξει ενα ρηαλ λαιφ μοντερεησιον. Εχω μια αδιαφορια στη σταση μου και στον τροπο που κινουμαι σε οποιοδηποτε χωρο, η οποια αποτρεπει τους ανθρωπους απ’το να με πλησιασουν. Μπορω με ενα βλεμμα αιωρουμενης επαρσης και ειρωνιας να κανω οποιονδηποτε να σταματησει να μιλαει, ακομα και να κινειται. Πολλοι απ’τους φιλους μου μου εχουν εκμυστηρευτει οτι πριν με γνωρισουν με θεωρουσαν καπως σνομπ και ψωνισμενη. Ξερω οτι αυτη ειναι απολυτα η εικονα που δινω με την πρωτη ματια. Το θεμα ειναι πως, αν καποιος τυχει να ειναι απ’αυτο το ειδος ανθρωπου που κοιτανε περα απ’την επιφανεια, και για καποιο μυστηριο λογο εχει την υπομονη και κανει τον κοπο να με παρατηρησει για ενα διαστημα, βλεπει πως κατω απ’ολα αυτα βρισκεται απλα μια διακριτικη βαρεμαρα που χτυπαει αναλαφρα κι ατερμονα το παχυ δαχτυλο της πανω στα κοινωνικα δρωμενα και την ανθρωπινη φυση. Καταλαβαινουν οτι το περιεργο με μενα ειναι οτι απλα, δεν ειμαι τιποτα. Δεν το παιζω τιποτα. Και μετα τους κινειται το ενδιαφερον. Και με πλησιαζουν. Οι ανθρωποι παντα με πλησιαζουν, λες και τους τραβαει μια περιεργη δυναμικη, με πρωταρχικο τους κινητρο την αισθηση οτι δεν θελω να με πλησιασουν, οτι δεν εχω αναγκη. Με πλησιαζουν ετοιμοι να μου πουν τα πιο ενδομυχα μυστικα τους, τις πιο αξιομνημονευτες εμπειριες τους, αποφασισμενοι να με κερδισουν, να με αποσπασουν, να γινουν παντοτινοι φιλοι μου και να εναποθεσουν στα γονατα μου ολα τα βαρη τους, να βρουν στην ανωμαλη συγκροτηση μου εναν καλοβαλμενο Μεσσια που θα μπορει να βγαλει εξυπνα υποκοριστικα για ολα τα μεγαλα ερωτηματα της ζωης χωρις να τους προσφερει ουσιαστικες απαντησεις αλλα μονο μια οπιουχα υποψια οτι καποιος τους καταλαβαινει.

Κι εδω ειναι που ερχεται το μοντερεησιον. Ο περισσοτερος κοσμος, αργα η γρηγορα, δεν περναει αυτο το φθηνο λεπτοκαμωμενο γυαλι με το οποιο με περιβαλλω. Το μυαλο μου τους κατηγοριοποιει πολυ βολικα και σβελτα σε κουτακια. Αδιαφορος. Γνωστος. Συναδελφος. Περιστασιακη παρεα. Παρεα για πιωματα. Παρεα για αμπελοφιλοσοφιες. Χρησιμος. Επικινδυνος. Απλος. Μεχρι εδω εσυ. Μεχρι εκει ο αλλος. Μεχρι εκει. Η αποσταση διαφερει απο ατομο σε ατομο, αλλα η αποσταση υπαρχει και την ανακατευω για να την κανω οσο πιο συμπαγη μπορω.

Αλλα υπαρχει και η κατηγορια Φιλος. Και απο καποια μυστηρια συμπαντικη γκαφα, εχω φιλους. Συγκεκριμενα εχω καταπληκτικους φιλους. Ειναι καταπληκτικοι οχι επειδη καταφεραν να περασουν το μοντερεησιον. Ειναι καταπληκτικοι γιατι ειναι καταπληκτικοι. Γιατι μπορουν να μου προσφερουν ουσιαστικες απαντησεις ΚΑΙ την οπιουχα υποψια οτι καποιος με καταλαβαινει. Γιατι ειναι οι μικροι προσωπικοι μου Μεσσιες. Θα ελεγα οτι ειμαι τυχερη που τους εχω, αλλα δεν ειναι θεμα τυχης. Αν ηταν θα τους εβριζα καθε μερα γιατι λογικα να το παρεις, αμα με πλουτισε ετσι η θεα τυχη στο θεμα φιλων ειναι πολυ φυσικο που στα γκομενικα εχω πεσει απο τα σκατα στ’αποσκατα και γερνει η ζυγαρια! Αλλα οχι, δεν ειναι θεμα τυχης. Τους αξιζω τετοιους φιλους. Κι αυτοι αξιζουν εμενα. Γιατι τι να λεμε τωρα, ειμαι και γαμω τα ατομα. 

Δεν θελω να κατσω να εξυμνησω ολους τους φιλους μου, οχι οτι ειναι και αμετρητοι, αλλα δεν εχει νοημα. Θελω να πω μονο δυο πραματα για τις τρεις κυριες εκ των οποιων συνηθιζουν να διαβαζουν αυτο το μπλογκ.

Η μια ειναι το Μοναχικο Κυκλαμινο.

Το Κυκλαμινο ηταν μαζι μου ολη μου τη ζωη. Δεν ειναι ακριβως φιλη. Ειναι αυτο που λεμε οικογενεια. Ο μονος λογος που περασα το μεγαλυτερο μερος της παιδικης μου ηλικιας μονη, ηταν επειδη μας χωριζε μια αποσταση, με την κυριολεκτικη εννοια, που σ’εκεινη την ηλικια ηταν δυσκολο να ξεπεραστει. Αλλα ηταν παντα εκει. Ακομα κι οταν δεν ηταν. Και απο τοτε που καναμε πως μεγαλωσαμε, και μπορουμε να γυρνοβολαμε την πολη και να αυξομειωνουμε αποστασεις μεσα στα καθαρα μας απ’τις λασπες και τα παιχνιδια χερια, ειμαστε εγω κι αυτη, σαν δυο ψυχες στην ιδια γυαλα οπως της ελεγα καποτε. Το Μοναχικο Κυκλαμινο οταν το βλεπεις σου δημιουργειται η αισθηση οτι εχει καταπιει κατα λαθος μια αχτιδα κατευθειαν απ’τον κουβα που πλενεται ο ηλιος και προσπαθει χρονια τωρα να την χωνεψει. Μοιαζει σαν μαστουρωμενη πεταλουδα που προσπαθει να χορεψει λαμπαντα ή σαλσα ή λιμπο, ακομα κι οταν ειναι ακινητη. Τα μαλλια της εχουν ενα ατιθασο ναζι που το’χουν κληρονομησει απ’την αθανατη ψυχη της. Συνηθιζει να φτιαχνει στο μυαλο της σεναρια βραζιλιανικων σηριαλ οταν ακουει Slipknot. Οταν τρωει εχει ενα βλεμμα λες κι εχει κλεψει τη σκυλοτροφη του Κερβερου. Σε ολες τις κοινωνικες εκδηλωσεις σηκωνεται και κανει προποσεις χτυπωντας το ποτηρι με το κουταλακι, και δεν πτοειται ακομα κι οταν τη γιουχαρουμε. Καποτε πηγε να μου φυγει αλλα της εστειλα ενα γραμμα και μου ξαναγυρισε. Ειναι η μεγαλυτερη μου φαν. Και ειμαι η μεγαλυτερη της φαν.

Η αλλη ειναι η γνωστη σας πρωταγωνιστρια μου.

Η δεσποινιδα Merrick νομιζει οτι καταγεται απ’το χωριο της Βασιλισσας του Χιονιου, αλλα εχει πιο μεσογειακο ταπεραμεντο κι απ’το νοτιοτερο ψαρονησι της Ισπανιας (αν υπαρχει τετοιο πραμα). Κουβαλαει βεβαια απ’το χωριο μια βορεια αποφασιστικοτητα του τυπου ενα κι ενα κανουν δυο, αλλα τη χρησιμοποιει μονο στις περιπτωσεις που υποθετικα θα χρειαζοταν να χρησιμοποιησει και το κατανα που κρεμεται απ’τον τοιχο της. Μιλαει ακαταλαβιστικες γλωσσες και μοιαζει με σουπερ μοντελ ξωτικο. Γελαει μ’ενα αποκοσμο τρισχαριτωμενο ρουθουνισμα που σε κανει να θες να την ταϊσεις καραμελες και τριπακια για να την ακους για παντα. Σηκωνει το τηλεφωνο οποτε την παρω, ακομα κι αν ειναι 3 τα ξημερωματα και ουρλιαζω στο ακουστικο. Κερδιζει παντα στο τριβιαλ και στα περισσοτερα επιτραπεζια γιατι ειναι μια μικρη ροζ εγκυκλοπαιδια. Οταν κλαιω μου δειχνει το σουτιεν της. Και καθε φορα που τρωω απ’το φαι της δεν θελω να ξαναφαω για τρεις μερες. Καποτε της θυμωσα και πηγα να της πεταξω δυο ποτηρια στο κεφαλι. Αλλα ευτυχως δεν εχω καλο στοχο και μετα απο καιρο ξεθυμωσα και της πεταξα ενα γιαπωνεζικο τραγουδι στο κεφαλι και απο τοτε αγαπιομαστε πιο πολυ.

Η τριτη ειναι η Ζενου.

Δεν συνηθιζει να μας γραφει εδω, αλλα μπιγουεαρ, μας διαβαζει ανελλιπως. Η Ζενου κουβαλαει απανω της ενα ευθραυστο ψηφιδωτο στολισμενο απο παραδοξα κι αντιφατικα πετραδακια που μαζευει σε καθε ευκαιρια οταν βρισκεται στο μονοπατι του δασους. Την βαραινει αλλα και την κανει ταυτοχρονα τον πιο δυνατο ανθρωπο που γνωριζω. Μοιαζει με φατσα απο αναγεννησιακο πινακα κι εχει μια τοσο επιβλητικη απλοτητα που θα’κανε εναν κυβιστη ζωγραφο να σκιαχτει. Καθε λεξη που βγαινει απ’το στομα της ειναι σαν βελος που χτυπαει bullseye τις παπαρολογιες μου και ταξινομει τις σκεψεις μου και τις κανει απο αχυρα και τσουκνιδες, χρωματιστα μπουκετα απο λουλουδακια του αγρου. Μου φερνει συνεχεια σοκολατες και γλυκα κι εγω της γραφω παραμυθια. Μου λεει παντα την αληθεια ακομα κι οταν ειναι αφορητη, αλλα μερικες φορες αυτη η αληθεια φαινεται καπως διεστραμμενα εξωπραγματικη, κι εγω, επειδη την λεει εκεινη και μονο γι’αυτο, την πιστευω. Μπορει να ειμαι ο στοριτελλερ της παρεας, αλλα η Ζενου ειναι η προσωπικη μου Νεραιδα Νονα απ’το παραμυθι που με λουζει με ομορφια, σοφια και δωρα, και ξερει παντα να μου φωναξει ψιτ οταν θα χτυπησει το ρολοι 12. Καποτε μαλωσαμε για ενα πηρουνι αλλα μετα μου εφερε μια χαντρα δωρο γιατι ετσι ειναι η Ζενου μου, η υπαρξη της ειναι μια τεραστια γλυκεια συμβολικη χειρονομια.

Ουφ ηταν πολυ δυσκολο να περιγραφω ετσι τις φιλες μου. Αλλα τους το χρωσταω γιατι ειναι παντα εκει. Σωζουν απο βεβαιο θανατο τις μυγες του καθε Αλεξη και μου τις φερνουνε για δωρο. Κι οταν οι περιστασεις με κανουνε μια κλαψομουνα που χρησιμοποιει στανταρ εκφρασεις του τυπου «Γαμιεται το συμπαν», παλι ειναι εκει και του δειχνουνε τα σουτιεν τους του γαμημενου του συμπαντος, ετσι μπας και ζαλιστει και σταματησει να με βασανιζει.

Αη λαβ γιου γκαης.


Τι να απεγινε αραγε ο Αλεξης ρε γαμωτο....;

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Alco-oh-ol

Ενταξει απο δω και μπρος τα ακαταλαβιστικα θα τα ποσταρω σε ειδικα διαμορφωμενο χωρο. Εδω θα γραφω τ’απομνημονευματα μου για να την παιζ.....εεεε να γελαει ο τοσοδουλης. Αυτο ειναι το ποστ περι αλκοολ λοιπον. Την ιδεα την εχω κλεψει για αλλη μια φορα, credit goes to mr Tzeentch (γαμωτο βρε Σ., αυτο το νικνεημ σου ποτε δεν ξερω αν το γραφω σωστα).

Αλκοολ λοιπον.

Μια φορα κι ενα καιρο οι θνητοι προσπαθησαν να φυλακισουν τη θεα Εθανολη σ’ενα μπουκαλι, γιατι ητανε πολυ κουλ θεα να πουμε, κι εβαλαν εναν αλχημιστη που λεγοτανε Razi να τηνε βρασει σ’ενα καζανι και να της κανει αποσταξη. Αυτη ομως τα πηρε στο κρανιο γιατι που πας ρε μαυρε Περση να τα βαλεις με τους θεους, κι αποφασισε να τους εκδικειται εις τους αιωνας των αιωνων αμην.

Don’t google dudes, there’s no such myth, I just made it up.

Οταν πινεις μπυρες που λετε, παει η Θεα και σου μπουρδουκλωνει τις συναψεις στα καλωδια στον εγκεφαλο κι η ενδοεπικοινωνια παιζει χαλασμενο τηλεφωνο, κι οπως λεω και στη φιλη μου τη Ζενου, αντι να σμιγουνε οι πολοι, σφιγγουνε οι κωλοι. Ευτυχως εγω δεν πινω μπυρες. Αλλα πινω ολα τ’αλλα. Κι εδω θα σας πω τα πιο χαριτωμενα πραματα που εχω κανει υπο μεθη.

Ολα ξεκινησαν οταν ημανε περιπου 19, γιατι πριν ημανε καλο κοριτσι και χορευτρια και την ειχα δει χελθι λιβινγκ. Αυτο βασικα ητανε τρελη μουφα και δικαιολογια, απλα τα’κανα πανω μου με τη σκεψη οτι μπορει καποια στιγμη να χασω τον ελεγχο. Αλλα τι να το κανεις, κατιτις η ροκ, κατιτις ο Τζιμ Μορισον, κατιτις ο μιστερ Πρωτος Ερωτας, η απωλεια ελεγχου αρχισε ξαφνικα να φαινεται σαν απαραιτητη δοκιμασια υπο τη φλογα της οποιας επρεπε να γαλουχηθω για ν’αποδειξω την επαναστατικη μου φυση και αλλα τετοια εφηβικα. Κατεβασα λοιπον κι εγω το πρωτο μου μπουκαλι μαυροδαφνη στο δωματιο του Ερωτα ενα βραδυ που επαιζε Savatage – for fuck’s shakes, Gutter Ballet στο ρηπητ!!! Ειχε πολυ πλακα γιατι μεχρι να τελειωσει το μπουκαλι ολη την ωρα ρωτουσα τους γυρω μου αν εχω μεθυσει, και η καθε μου κινηση με προβληματιζε τοσο πολυ (γιατι εσβησα τωρα το τσιγαρο με το αριστερο χερι κι οχι με το δεξι;;; ειμαι μεθυσμενη;;; το’κανα λογω του αλκοολ η το κανω παντα;;;) που τελικα στο τελος με επιασε πονοκεφαλος απο το αγχος κι οχι απο το αλκοολ. «Μια μαλακια ειναι το αλκοολ» σκεφτομουν οσο παραπαταγα μεχρι το σπιτι μου «ουτε που καταλαβα τιποτα». Το αλλο πρωι που ξυπνησα και ειχα δυο κινεζικες μαιμουδες να χτυπανε γκονγκ πανω στα μηνυγγια μου, κατι καταλαβα.

Ε μετα μου καλαρεσε η απωλεια ελεγχου κι αρχισα τα εντατικα σεμιναρια. Υπαρχουν ιστοριες κι ιστοριες, αλλες πολυπλοκες κι αλλες συντομες, και καμποσες που πρωταγωνιστες ηταν αλλοι κι οχι εγω, αλλα εδω εγω εκθετω τον εαυτο μου και ποτε τους αλλους, γιατι ειμαι Κυρια εγω. Επισης θελω να σημειωσω οτι α) εγω με το αλκοολ παντα ευθυμω και μου οξυνεται η φαντασια, και β) ολες οι παρακατω ιστοριες ειναι προϊοντα μεγαλων, τεραστιων ποσοτητων αλκοολ, οχι κανα δυο σφηνακια και γ) τα περισσοτερα απο αυτα ειναι χρονια πριν.

Τι χαριτωμενο εχω κανει λοιπον υπο μεθη...

Ειμαι στην Πατρα, η αγαπημενοτερη πολη ασχετως καταγωγης κιολας, στην οποια παντα μου συμβαινουν τα καλυτερα σκηνικα. Εχω παει μονη μου υστερα απο ερωτικη απογοητευση να επισκευτω κατι φιλους, οι φιλοι εχουν κατι υποχρεωσεις κι εχω βρεθει σε σπιτι ζευγαριου γνωστων οπου ολο το βραδυ τους κλαιγομαι και πινουμε σφηνακια Τζονι Γουοκερ γιατι ετσι μας αρεσει. Πανω στο εναμιση μπουκαλι εχω ξεχασει την απογοητευση και νιωθω πολυ ευτυχισμενη και φουλ οφ λαιφ και βγαινω στο μπαλκονι του τεταρτου οροφου να δω τη θεα. Το μπαλκονι εχει μια απλωστρα γεματη μανταλακια και ξαφνικα μου φαινεται καταπληκτικη ιδεα να κρεμαστω απ’τα μανταλακια γιατι φανταζομαι οτι θα ειναι φοβερη κινηματογραφικη παρεμβαση. Καρφιτσωνομαι με μανταλακια, μισοσκαρφαλωνω το μπαλκονι κι αρχιζω να μπλεκομαι με τα σκοινια, οταν βγαινουνε οι αλλοι δυο πανικοβλητοι κι αρχιζουν να με μαζευουνε νομιζοντας οτι θελω να αυτοκτονησω κι εγω γελαω σα χαζο. Κατοπιν μου τηλεφωνουν οι φιλοι που εχουν ξεμπερδεψει απ’τις υποχρεωσεις και με φωναζουν να παω σ’ενα ροκαδικο, δεν θυμαμαι πως το λενε γαμωτο, να τα πιουμε. Κουτρουβαλαω ως εκει, πινουμε κατι τεκιλες, και ξεκιναμε με τον φιλο μου το Μπαμπη να παμε σπιτι του να κοιμηθουμε. Ο Μπαμπης μενει στο Ριο. Κατευθυνομαστε προς το αμαξι κι ο Μπαμπης μου λεει να οδηγησω εγω γιατι αυτος ειναι λιωμα. «Δεν ξερω να οδηγαω» του λεω, «τελεια!» μου απανταει, και μπαινουμε στο αμαξι.
Κι ομως, φτασαμε στο Ριο.
Και ακομα δεν εχω μαθει να οδηγαω.

Γυρναω με εναν φιλο απο Ρημπαουντ, οπου εχω πιει κατι πραματα που μοιαζανε με βενζινες, ολα βαινουν καλως, ακουμε κατι πανκ, μισοξημερωνει, και ξαφνικα αρχιζω να του ουρλιαζω να σταματησει το αμαξι. «Τι επαθες;;» με ρωταει πανικοβλητος. «Πρεπει να βγουμε και να μου δειξεις πως να περπαταω!» του φωναζω τρομοκρατημενη, «Εχω ξεχασει να περπαταω! Δεν θυμαμαι πως να περπαταω σου λεω!» Βγαινουμε απ’το αμαξι κι εγω κανω βολτες γυρω γυρω κι ο φιλος μου με ακολουθει με τα χερια στην αναταση μπαλατζαρωντας μια μπρος μια πισω για να με πιασει αν πεσω. Αφου βεβαιωνομαι οτι θυμαμαι πως να περπαταω, γυριζω σπιτι. Κανω τη συνηθισμενη μου ιεροτελεστεια για να ξεμεθυσω, η οποια ειναι, ξερναω, γδυνομαι, και μπαινω στην μπανιερα. Αραζω λοιπον μες στο καυτο νερακι και προσπαθω να συγκεντρωθω στο πλακακι απεναντι, οταν αρχιζει το μαλλι μου και ξεβαφει γιατι μολις εκεινο το πρωι ειχα παει κομμωτηριο. Τοτε τα μαλλια τα’χα κοκκινα. Αλλα ειπαμε, οι καλωδιωσεις εχουνε μπερδευτει κι εγω ειμαι σιγουρη οτι αιμορραγω. Πεταγομαι απ’τη μπανιερα ουρλιαζοντας και αρχιζω να ψαχνομαι να δω απο που αιμορραγω. Περναει περιπου ενα τεταρτο για να συνειδητοποιησω τι συμβαινει. Αλλα τουλαχιστον ξεμεθυσα ακαριαια.

Το χειροτερο σκηνικο τωρα. Ερχονται κατι φιλαρακια απο τη δουλεια που εχω να δω καιρο, χεζομαι απ’τη χαρα μου κι αρχιζουμε τις τεκιλες και τα σφηνακια. Σχολαω και ειμαι εντελως γκολ, και παμε στα εβερεστ να παρουμε φαι πακετο και καπακι ταξι για το σπιτι του ενος φιλου. Χυνομαι στο ταξι, αφηνω περα δωθε τις σακουλες με τα φαγια και τις τσαντες, μαλακιζομαστε σε ολη τη διαδρομη κι εχουμε χεστει στα γελια, φτανουμε εξω απ’το σπιτι, επιμενω να πληρωσω το ταξι γιατι οι αλλοι μου εχουνε πληρωσει τα φαγια, βγαζω το πορτοφολι, σπρωχνομαστε και μαλωνουμε με τον Λελε, «οχι εγω θα πληρωσω, οχι ελα ξεκολλα», ο Λελε μου χωνει αγκωνια, πληρωνει και βγαινει τρεχοντας, εγω μαζευω τις τσαντες με τα φαγια, τα μπουφαν, την ηστπακ μου, βγαινω παραπατωντας και βριζοντας τον Λελε, το ταξι φευγει, στριβει στη γωνια, και τοτε το συνειδητοποιω. Λειπει μια τσαντα.
Σημειωσις: στο μαγαζι παιζω μουσικη κυριως με πισι. Που σημαινει καθε μερα φερνω μαζι τον εξωτερικο σκληρο μου δισκουλη που ειναι οτι πολυτιμοτερο εχω σ’αυτο τον κοσμο και περιεχει ολη μα ολη τη μουσικη μου που με κοπο μαζευω απο οταν πρωτοαγορασα πισι στα 13. Τον οποιο φυλαω σε ειδικη τσαντουλα με ειδικο κουτακι και ειδικα μαξιλαρακια για να μην παθει τιποτα το χρυσουλι μου. Του οποιου το μπακαπ ειναι διασκορπισμενο σε ενα εκατομμυριο αλλους σκληρους και πισια δικα μου και φιλων, και οχι στην πληροτητα του γιατι ο δισκος ενημερωνοταν σε καθημερινη βαση. Τον οποιο ξεχασα μες στο ταξι. Τον οποιο δεν ξαναβρηκα ποτε.

Παμε παρακατω. Αλλα μικρα χαριτωμενα φακτς.

Με την ιδια παρεα, μετα απο λαιβ του Μαλαμα, περιφερομαστε για δυομισι ωρες σε ολο το Μοναστηρακι, το Θησειο και την Πλακα, γιατι ειμαστε ολοι εντελως κλασμενοι και δεν εχουμε ιδεα που εχουμε αφησει το αμαξι. (αψεντι και βοτκες)

Επισης εχω μεθυσει ενω δουλευω τοσο πολυ που εχω βαλει πλεηλιστ να παιζει και για να στανιαρω τρωω πατατακια με καυτερο σαλαμι καθισμενη οκλαδον κατω απ'τις κονσολες. (σαουθερν και πολυχρωμα σφηνακια)

Εχω πλακωσει ενα γκομενο στις σφαλιαρες γιατι ειμασταν σπιτι μου και μου ανοιξε την ντουλαπα να δει τα φορεματακια μου και το θεωρησα φοβερη παραβιαση του προσωπικου μου χωρου κι αρχισα να τον βαραω και μπηκε μεσα η μαμα μου να μας χωρισει. (ουισκια)

Εχω παρει φορα κι εχω βαρεσει το κεφαλι μου πανω σε καγκελα τραπεζας με τοση δυναμη που εχω κανει γκελ κι εχω πεσει φαρδια πλατια στο πεζοδρομιο. Κατοπιν μαζευεται ολη η παρεα πανικοβλητοι πανω απ’το κεφαλι μου μαζι μ’ενα τσουρμο περαστικους, η αδερφη μου μου δειχνει τα δαχτυλα της φωναζοντας ΠΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ και μου κοβεται η ανασα απο το γελιο και νομιζουν οτι δεν μπορω ν’αναπνευσω και παραλιγο να καλεσουν ασθενοφορο. (μαυροδαφνη)

Εχω προσπαθησει να πεισω με επιχειρηματα μια κολλητη μου οτι το τραπεζι ειναι ζωντανο και κινειται. (δεν θυμαμαι τι)

Εχω ξερασει απ'το μπαλκονι πανω στις τριανταφυλλιες του παππου μου κι εχω παρει τον παππου ξωφαλτσα. (κρασια)

Εχω ξερασει πανω σε αντρα που γουσταρα την πρωτη μερα της γνωριμιας μας - αλλα καλα να παθει ο πουστης γιατι την ειχε δει οτι θα με μεθυσει και θα με αποπλανησει. (πεντε διαφορετικα ποτα)

Και εχω βγαλει τη μπλουζα μου σε συναυλια κι εχω μεινει με το σουτιεν. Οχι δεν θα σας εξιστορησω ποτε αυτη τη συναυλια. (ουζο)


Επισης εχω κοψει το αλκοολ. Το κοβω ανα περιοδους συχνα αλλα μετα ολο και καποια ερωτικη απογοητευση ερχεται και το ξαναρχιζω.

Ειστε ευπροσδεκτοι να πειτε και σεις καμια χαριτωμενη ιστορια αν εχετε.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Το Δωματιο

---Σημειωση---
Λοιπον κοιταχτε να δειτε. Αυτο το ποστ ειναι μια βλακεια. Δεν ενδιαφερει κανεναν και αμα το διαβασετε δεν θα καταλαβετε τιποτα. Πιθανον θα βαρεθειτε και θα το παρατησετε στη μεση αλλα εγω προειδοποιησα και χεστηκα. Ειναι απλα κατι που θελω καποια στιγμη να κανω μ'αυτο κατι σαν ταινια. Γιατι το ποσταρω λοιπον;
Πρωτον γιατι μυστηριωδως εχω ξαναγεμισει τρολς κι εχω βαρεθει να κανω μοντερεησιον και οσο ειναι φατσα φορα το προηγουμενο ποστ ολο και θα μου'ρχονται. Η λυσις λοιπον ειναι να ποσταρω ενα ακαταλαβιστικο κουλτουριαρικο πραμα για ν'αποθαρρυνθουν και να καταλαβουν οτι βρισκονται σε λαθος μερος.
Δευτερον γιατι θελω να πουμε καμια μαλακια να γινει λιγος τζερτζελος αλλα επειδη τραβαω κατι ζορια δεν μου'ρχεται να γραψω τιποτα για σας, κι αυτα που γραφω δεν ειναι να τα διαβαζει ανθρωπος. Οπως κι αυτο δηλαδη.
Τριτον θελω να πω οτι το παρακατω ειναι εμπνευσμενο απο ενα αλλο παρομοιο κειμενο, το οποιο εχει γραψει ενας πολυ αξιοτιμος ιντερνετικος φιλος ο οποιος γραφει καλυτερα απο οποιον ειχα τη χαρα να συναναστραφω ποτε στη ζωη μου. Το νικνεημ του ειναι Zonar και καπου στο ιντερνετς υπαρχουν δικα του πραματα αν καποιος ψαξει αρκετα. Τιμης ενεκεν λοιπον.
------------------------------------------------------------------------------------



- Πες μου κατι για σενα.
- Δεν ξερω τιποτα για μενα.
- Επινοησε κατι.
- Δεν ξερω ασε με.
- Ελα να παιξουμε λιγο, βαριεμαι.
- Πες εσυ τοτε.
- Α, εχω ενα σωρο πραγματα να σου πω.
- Δεν ξερεις απο που ν’αρχισεις…
- Δεν ξερω που να τελειωσω βασικα.
- Γι’αυτο σου λεω ασε θα μπλεξουμε…
- Τώρα, θες η δε θες;
- Δε θελω.
- Θα κατσεις λιγο να μιλησουμε επιτελους;
- Δε θελω!
- Ξερεις τι λενε γι’αυτους που επαναλαμβανονται…
- Οτι δεν ξερουν που να σταματησουν;
- Τι φοβασαι ρε παιδι μου; Γιατι μ’αποφευγεις;
- Προτιμαω να κανω οτι δε συνεβη τιποτα.
- Επειδη φοβασαι…
- Γιατι πρεπει να αναλυεις διαρκως τα παντα;
- Γιατι δεν εχω τιποτα καλυτερο να κανω.
- Ψεμμα.
- Ξερεις εσυ απ’αυτα.
- Κοιτα που δειχνει και δοντακια…
- Νομιζεις οτι δεν εχω εγωισμο;
- Νομιζω οτι σ’αρεσει να κλαψομουνιαζεις.
- Κατα βαθος ειμαι το μεγαλυτερο ψωνιο που υπαρχει.
- Και τοτε γιατι τοση ανασφαλεια;
- Φοβαμαι οτι κανεις δεν ειναι αρκετα καλος για μενα.
- Ψεμμα.
- Τι ξερεις εσυ απ’αυτα…
- Ξερω οτι κατα βαθος φοβασαι οτι δεν εισαι τοσο ψωνιο οσο νομιζεις.
- Ητανε που δεν ηθελες!
- Παντα θελω.
- Τοτε γιατι με παιδευεις;
- Μονη σου παιδευεσαι.
- Εγω δεν φταιω για τιποτα. Τα’κανα ολα σωστα.
- Τοτε γιατι πηγανε ολα λαθος;
- Πρωτη φορα ητανε;
- Αρα εσυ θα φταις.
- Σταματα.
- Οχι, εσυ σταματα.
- Εγω σταματησα. Βλεπεις, δεν κανω τιποτα.
- Δεν σταματησες. Σε σταματησανε.
- Και τι θες να κανω δηλαδη;
- Ξερω γω, ξεκινα.
- Ειδες που ουτε συ αποφασιζεις;
- Ε, κατσε και κοιτα τη σκακιερα τοτε.
- Τουλαχιστον δεν κανω οτι δεν συνεβη τιποτα…
- Και σε τι σε βοηθαει αυτο;
- Παιρνω λεβελ.
- Δηλαδη;
- Αλλαζω διακοσμηση.
- Σε τεσσερις τοιχους;
- Εχει και πορτες ρε!
- Γιατι δεν βγαινεις τοτε;
- Γιατι απαγορευεται η εξοδος.
- Γιατι δεν μπαινεις τοτε;
- Γιατι απογορευεται η εισοδος.
- Πες καλυτερα οτι συνηθισες τη φυλακη…
- Δεν ειναι φυλακη αν εγω κραταω τα κλειδια.
- Τοτε γιατι δεν… Με μπερδευεις!
- Μονη σου μπερδευεσαι.
- Παψε λιγο, θελω να σκεφτω.
- Τι να σκεφτεις;
- Το βρηκα. Η θα μπεις στην εξοδο ή θα βγεις απ'την εισοδο.
- Ητανε που δεν ηθελες να παιξουμε, ε;
- Παντα θελω.
- Και μετα λες οτι φταιω εγω.
- Ωραια, να βρουμε τοτε καποιον να κατηγορησουμε.
- Δεν ειναι κανεις εδω. Μονη σου εισαι.
- Μια χαρα ειμαι κι ετσι.
- Σιγουρα;
- Οπως σε βλεπω και με βλεπεις.
- Κι αν δεν ειμαι εγω μια χαρα;
- Γιατι να μην εισαι ρε μαλακα; Τι σου λειπει;
- Αυτο που δεν ειχα ποτε.
- Δεν υπαρχει αυτο.
- Υπαρχει στο μυαλο μου.
- Το μυαλο σου το εχεις χασει.
- Δεν το’χω χασει ρε. Το δανεισα για λιγο.
- Δεν ειχες το δικαιωμα, ηταν και δικο μου.
- Δεν ειχα επιλογη.
- Ψεμμα.
- Γιατι δεν με σταματησες τοτε;
- Τι δουλεια ειχα εγω; Μη με μπλεκεις εμενα στις ιστοριες σου.
- Νομιζα οτι σ’αρεσανε οι ιστοριες μου.
- Ειναι βαρετες. Ολοι στο τελος επιβιωνουν.
- Τοτε να σκοτωσουμε καποιον για να μη βαριεσαι.
- Γινεται να πεθανει καποιος απο βαρεμαρα;
- Αν το καλοσκεφτεις, ολοι απ’αυτο δεν πεθαινουμε;
- Επ, επ, τωρα κλεβεις ατακες.
- Μου τις χρωστανε.
- Μονιμως μ’ενα παραπονο, κοτζαμ γυναικα.
- Ε, τωρα κλεβεις εσυ!
- Σαν τα μουτρα σου μ’εχεις κανει, το ξερεις;
- Αυτο θα ηταν καταστροφη. Δεν χωραει δυο απο μας εδω μεσα.
- Τοτε αρχισε να πετας πραγματα.
- Δεν θελω.
- Πρεπει.
- Ποιος το λεει;
- Εσυ.
- Ο,τι θελω θα κανω.
- Ακομα θελεις;
- Ετσι εχω μαθει. Δεν θ’αλλαξω ποτε.
- Καποτε δεν θα θες πια…
- Αν γινει αυτο θα μεινεις μονη σου εδω μεσα.
- Μη με απειλεις εμενα μικρη μαγισσα!
- Θα μου μασουλησεις τα ποδια;
- Α, νομιζεις οτι θα σε σωσει το χιουμορ;
- Ποτε δεν μπορεσα ν’αντισταθω σε μια καλη ατακα.
- Αυτο που κανεις δεν θα σε βγαλει πουθενα. Θα βρισκεις κλειστες πορτες παντου.
- Ρε ποιον νομιζεις οτι κοροιδευεις;
- Εμενα.
- Καλα μην κανεις ετσι, δεν παθαμε και τιποτα τραγικο.
- Τωρα κρυβεσαι πισω απ’το δαχτυλο σου.
- Και να θελω να κρυφτω δεν μπορω.
- Ψεμμα.
- Κατι θα ξερεις εσυ απ’αυτα…
- Παλι δειχνεις δοντακια…
- Μου’χουνε μεινει ακομα μερικα.
- Ετσι οπως πας, οχι για πολυ.
- Ειναι που δεν ξερω να χανω ρε πουστη…
- Νομιζα οτι δεν ξερεις να παιζεις…
- Μην προσπαθεις να με παγιδεψεις! Δεν ειναι δικαιο!
- Ελα, μην το σκεφτεσαι. Ειναι ολα μια παρεξηγηση.
- Οχι δεν ειναι. Δεν ειμαι τρελη, ενταξει;
- Σιγουρα;
- Αν ημουν δεν θα το ηξερα οτι ειμαι.
- Σωστα… Ε, τοτε γελα λιγο να δουμε.
- Με μισα δοντια; Γελα εσυ.
- Δεν θελω.
- Παντα θελεις.
- Ε αντε γαμησου.
- Σε λιγο.
- Τι περιμενεις;
- Να σταματησει το ασανσερ.
- Νομιζα οτι ειχαμε τελειωσει μ’αυτες τις αηδιες.
- Εχουμε τελειωσει. Απλα μας μειναν οι συνηθειες.
- Ψεμμα.
- Κατι ξερω κι εγω απ’αυτα…
- Το παραδεχεσαι λοιπον.
- Δεν το αρνηθηκα ποτε.
- Αυτη ηταν η μαλακια σου.
- Μα μπορουσα. Απλα δεν ηθελα.
- Εισαι κοροιδο αλλα κατα βαθος σε θαυμαζω.
- Κι εγω κατα βαθος σε ζηλευω..
- Επειδη με χρειαζεσαι. Αλλα καποτε δεν θα χρειαζεσαι πια τιποτα.
- Τοτε θα μεινεις μονη σου εδω μεσα.
- Μια χαρα θα’μαι κι ετσι.
- Αυτο θελεις;
- Δεν θελω.
- Παντα θελεις.
- Με εχεις κουρασει παρα πολυ.
- Ο απολυτος κορεσμος ελκεται απο την απολυτη επιθυμια.
- Αντε παλι μαλακιες...
- Ελα, απλα ηθελα να παιξουμε λιγο.
- Δεν εχεις τιποτα καλυτερο να κανεις;
- Σε λιγο.
- Ποσο ακομα;
- Οσο. Για οσο. Οσο παει ρε παιδι μου. Οσο θελω.
- Παντα θελεις.
- Ναι, αυτο ειναι ενα προβλημα.
- Δεν θα τα βρουμε ποτε εμεις οι δυο.
- Ω μα το ξερω.
- Ε τοτε σταματα.
- Δεν υπαρχει κουμπι να το πατησω.
- Υπαρχει. Αλλα δεν διαλεγεις οροφο. Περιμενεις απ’τους αλλους.
- Ενα κουμπι… μια μικρη ευκαιρια επιλογης… ποιος ονειροπολος ρεαλιστης να εφηυρε τετοιο μυστηριο πραμα…
- Αρχισες παλι τα ποιητικα…
- Ενταξει σταματαω.
- Σταματας να θες;!
- Οχι, απλα κανω το μαλακα.
- Μπραβο το καλο μου το κοριτσι.
- Νομιζεις οτι κερδισες τωρα;
- Θα δειξει…
- Ποτε;
- «Καποια στιγμη»…
- Ε αντε γαμησου εσυ!
- Δεν θελω.
- Παντα θελεις…
- Ξερεις αυτο μπορει να συνεχιστει για παντα.
- Καπως ετσι θα γινει.
- Γιατι πρεπει να γινει ετσι;
- Γιατι ετσι θελω.
- Μεχρι ποτε;
- Μεχρι να τελειωσει η σελιδα.
- Και μετα;
- Μετα εχει αλλη σελιδα. Καινουρια. Αδεια.
- Τις φοβαμαι τις αδειες σελιδες.
- Γι’αυτο ειμαι εγω εδω.
- Δεν ξερεις να ζωγραφιζεις.
- Ξερω να γραφω.
- Δεν ξερεις να σταματας.
- Ξερω να ξεκιναω.
- Δεν ξερεις να χανεις.
- Ξερω να θελω.
- Δεν ξερεις τιποτα για σενα.
- Ουτε συ…
- Παραδινομαι… Δως μου τα κλειδια να φυγω.
- Που να πας μωρε;
- Εκει που θες να πας εσυ.
- Μην το κανεις.
- Γιατι;
- Δεν θα’χει πλακα μετα.
- Ποιος γελαει;
- Οποιος εχει ακομα δοντια.
- Αυτοι που εχουν ακομα δοντια, τα’χουνε γιατι φυλαγονται.
- Μαλλον θα’χουν πολυ ωραιο χαμογελο για να παει χαμενο.
- Ετσι νομιζεις…
- Ετσι ελπιζω.
- Τοτε πηγαινε βαρα την πορτα.
- Ποια απ’τις δυο;
- Οποια να’ναι!
- Γιατι να το κανω αυτο;
- Για να δεις αν ειναι κανεις απο πισω με ωραιο χαμογελο να σου ανοιξει.
- Δεν θελω.
- Παντα θελεις.
- Νομιζα οτι συμφωνησαμε να κανω το μαλακα.
- Ποτε δεν συμφωνουμε.
- Τοτε γιατι συνεχιζουμε;
- Εσυ το ξεκινησες…
- Ναι, αλλα δεν ξερω πως να το σταματησω.
- Και περιμενεις απ’τους αλλους.
- Δεν περιμενω τιποτα πια.
- Θα σταματησεις δηλαδη;
- Σε λιγο.
- Αργεις…
- Τωρα εσυ με ποιανου το μερος εισαι;
- Με το δικο μου.
- Λοιπον, αν παιζαμε σε ταινια θα ησουν ο κακος μπατσος. Και θα πεθαινες πριν απο μενα. Αλλα μην ανησυχεις, θα εκδικουμουν για το θανατο σου.
- Δεν παιζουμε σε ταινια.
- Θα μπορουσαμε.
- Θα ηταν βαρετη.
- Θα την εσωζα με το χιουμορ μου.
- Θα τελειωνε ποτε;
- Ολα τελειωνουν καποτε.
- Ποτε;
- Καποια στιγμη… αρκει να θελεις.
- Παντα θελω!
- Χμ… κι εγω.