Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Τρύπα

Απο τότε που ήμουνα τόση δα μικρούλα, με απασχολούσε ιδιαίτερα η έννοια της «μοίρας». Πιο συγκεκριμένα, με απασχολούσε έντονα αυτό το «τι θα γινόταν αν».

Για να εξηγούμαι, εγώ που λετε από παιδί, δεν πίστευα ούτε κατα διάνοια στη μοίρα. Δεν πιστεύω στο πεπρωμένο, στα γραμμένα, δεν πιστεύω οτι όλα γίνονται για ένα λόγο κι οτι όλα είναι δρόμος κι ότι βρίσκεις εκεί που δεν ψάχνεις κι οτι οταν θες κάτι πάρα πολύ το σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσεις κι όλες αυτές τις αηδίες που όλοι εσείς που τις πιστεύετε είστε εντελώς ηλίθιοι και μη κάνετε καμιά πλάκα να μου τις αναπαράγετε ποτέ γιατί θα σας πάρει και θα σας σηκώσει το μένος του κάτω κόσμου μαλακισμένα παραπλανημένα πρόβατα.

Εγώ που λέτε πιστεύω, όπως κάθε ελάχιστα νοήμων άνθρωπος θα’πρεπε να πιστεύει, ότι όλα είναι χάος, όλα είναι τυχαία και φτερά στον άνεμο. Αλλά μερικές φορές, τυχαίνει μερικά πράματα, κι έρχονται και κουμπώνουνε μεταξύ τους και απ’το κούμπωμα αυτό γίνονται άλλα πράματα. Κατέληξα λοιπόν στο συμπέρασμα, ότι η τύχη, μοίρα, όπως θέλετε πέστε την, είναι σαν ένας λαβύρινθος. Κάπως όπως οι δρόμοι στο κέντρο της Αθήνας. Έχει λεωφόρους, στενάκια, μποτιλιαρίσματα, μονόδρομους, αδιέξοδα. Εξαρτάται απ’το που θα επιλέξεις να στρίψεις. Επιλέξεις, που λέει ο λόγος, πως είναι επιλογή όταν δεν ξέρεις μεταξύ τι επιλέγεις.... αλλά για να μη σας το φιλοσοφήσω πολύ, μερικές φορές πας εκεί που κοιτάς, μερικές φορές βγαίνεις σ’αδιέξοδα, και μερικές φορές δύο διαφορετικοί δρόμοι μπορεί να καταλήγουν στον ίδιο προορισμό, άρα η επιλογή σου ήταν τσάμπα και βερεσέ. Και κάποιες άλλες φορές, όλα έρχονται και κουμπώνουν.

Γι’αυτό και μ’έχει προβληματίσει τόσο έντονα η ιδέα του, τι θα γινόταν αν, έμπαινα σ’αυτό το μαγαζί πέντε λεπτά αργότερα, αν δεν σκουντουφλούσα σ’εκείνο το σκαλί και δεν με σήκωνε εκείνος ο τύπος που κατέληξε να είναι ο άντρας της ζωής μου, αν δεν έκανα εκείνη τη συζήτηση εκείνη τη μέρα που οδήγησε σ’εκείνο το άσχετο γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία αυτού του μπλογκ, και ούτω καθεξής....

Αυτή λοιπόν είναι μια ιστορία του πως ένα τσούρμο άσχετα μεταξύ τους σκηνικά, οδήγησαν στο να γίνω dj. Πιο πολύ απ’αυτό όμως, είναι ένα... ας το πω tribute, ας το πω μια μικρή ευχαριστία, στο μαγαζί που δουλεύω τα τελευταία οχτώ περίπου χρόνια.

Πότε περάσανε τόσα ρε πούστη, ευτυχώς που μικροδείχνω και που τα βυζιά μου κοιτάνε ακόμα τα ουράνια!

(Για ευνόητους λόγους, δεν έχω κατονομάσει ποτέ εδώ το μαγαζί που δουλεύω, και για ευνόητους λόγους θα συνεχίσω έτσι. Για τους σκοπούς του ποστ ετούτου όμως, ας ονομάσουμε το μαγαζί αυτό, «Τρύπα». Ο λόγος είναι άσχετος με το συγκρότημα παρόλο που το ακούτε τώρα στο πλεηλιστ. Η Τρύπα είναι ένα δικό μου μικρό πέρσοναλ τζόουκ που μόνο η Φλονσούλα θα καταλάβει. )

Λοιπόν, σκηνικό νο1:
Είμαι περίπου δεκάξι χρονώ μπουμπούκι. Είμαι καλό κορίτσι, κι όπως έχω πολλάκις προπεί, δεν ακούω ροκ και μέταλ και τέτοια πράματα του διαβόλου γιατί είμαι αθώα σαν αγνό παρθένο μαλλί. Τα’χω μ’ένα γκόμενο, αυτός ήταν σκυλάς, αλλά ένα βράδυ έχει τη φαεινή άσχετη ιδέα να βγούμε με κάτι φίλους του σ’ένα μαγαζί σχετικά κοντά στα σπίτια μας που ήτανε λέει ροκομεταλλάδικο... ξέρετε, για να γελάσωμε, για την εμπειρία. Εγώ συμφώνησα να πάω γιατί δεν ήξερα. Κατεβαίνω που λέτε τα σκαλιά ενός σκοτεινού υπογείου, εκείνη τη ζοφερή νύχτα, και παίρνω την πρώτη μου γεύση απ’το τι σημαίνει RAWK. Ξέρετε τώρα, μεθυσμένοι ιδρωμένοι μαλλιάδες να κάνουν headbanging ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένοι. Μικρή κοπέλα ήμουν, σκιάχτηκα. Άρχισα να ουρλιάζω στον άλλονε «ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΚΑΜΜΕΝΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ Μ’ΕΦΕΡΕΣ» και τέτοια γλυκούτσικα. Καθήσαμε μισή ώρα με το ρολόι, ήπια το χυμό μου, και βιάστηκα να ανηφορίσω τις σκάλες, ορκιζόμενη στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναπατήσω ποτέ εκεί μέσα.

Χα, θέλω να βάλω τα γέλια. Η ζωή, βρε πως τα φέρνει η άτιμη.... Κάποτε ήμουνα πουλί και μ’αγαπούσανε πολλοί και τέτχια....

Σκηνικό νο2 που λέτε:
Πάμε φαστ φόργουορντ δυο-τρία χρόνια μετά. Εγώ και οι παιδικές μου κολλητές φίλες, μετά απο μία υπερβολικά καθυστερημένη και πολυαναμενόμενη εφηβική επανάσταση, έχουμε πέσει στη λαγουδότρυπα του RAWK όπως έχω πει και σε προηγούμενο ποστ και να μην τα ξαναλέμε κουλουπου... και θεωρούμε τους εαυτούς μας τρου μέταλα. Είμαστε αρκετά μεγάλες λοιπόν για να βγούμε μόνες μας, κι αναρωτιόμαστε που να πάμε να εκφράσουμε τη μεταλοσύνη μας, αλλά καθότι μικρές κι αθώες, δεν έχουμε ιδέα απο που να ξεκινήσουμε την γαμιστερονοσυνάτη καριέρα μας. Καθώς περιπλανιόμαστε λοιπόν, μου έρχεται στο μυαλό η μακρινή εκείνη ανάμνηση αυτού του ξεχασμένου μπουντρουμίου που μ’είχε πάει τότενες ο γκόμενός μου. «Ξέρω που θα πάμε!» αναφωνώ ξαναμμένη, και τις οδηγώ στα βάθη της Τρύπας. Μπήκαμε που λέτε στο μαγαζί, κοριτσάκια πράμα με τα μίνια μας, ήτανε και καψιμί πουτσαρία η φάση εκείνο το βράδυ, όσο να’ναι κάναμε μια αίσθηση. Νιώσαμε αποδεκτές και μυημένες στο τρου μιέτολ. Πιάσαμε συζήτηση και με τον dj, τ’αφεντικό μας κέρασε σφηνάκια, γνωρίσαμε τη μπαργούμαν... Γίναμε του μαγαζιού, δεν θέλουνε πολύ αυτά τα πράματα, να’ναι καλά το αλκοόλ. Για τα επόμενα πολλά χρόνια, η Τρύπα έγινε το στέκι μας.

Φτάνουμε στο σκηνικό νο3:
Προχωράμε κανά δυο χρόνια μετά. Εκείνη την εποχή δουλεύω γραμματέας σε μια εταιρία hardware/software, ναι μη γελάτε, γραμματέας, γιατί όταν τελείωσα το σχολείο είχα τη φαεινή ιδέα να μην σπουδάσω και να πάω να δουλέψω ν’αναρριχηθώ σε κάποια ισχυρή θέση να βγάζω λεφτά και να είμαι ανεξάρτητη ή καποια τέτοια μαλακία που μου είχε μπει στο κεφάλι. Με λίγα λόγια, κάνω μια δουλειά που σιχαίνομαι, σ’ένα περιβάλλον που σιχαίνομαι, μαζί μ’ανθρώπους που σιχαίνομαι, κι έχω πιστέψει πως αυτό είναι το as good as it gets when it comes to jobs. Εκείνη την μοιραία μέρα λοιπόν, κάποια πρωκτοαγάμητη πατόζα απ’αυτές που δουλεύω μαζί, μ’έχει στείλει στην αποθήκη να κάνω κάποια δουλειά που κανονικά θα έπρεπε να κάνει εκείνη αντι να βάφει τα νύχια της. Είμαι λοιπόν στην αποθήκη και προσπαθώ να κάνω μια απογραφή, καθώς ο αποθηκάριος (ο οποίος είναι μια μεγάλη ξεκαρδιστική ιστορία που θα σας διηγηθώ μια άλλη φορά) το βρίσκει χαριτωμένη ιδέα να μου πετάει κούτες ενώ προσπαθώ να δουλέψω. Έτσι για να γελάσωμε κι αυτός. Μπαίνει λοιπόν ο προϊστάμενος στην αποθήκη την ώρα που μια κούτα προσγειώνεται στο κεφάλι μου, κι αρχίζει να μας κατσαδιάζει που χαριεντιζόμαστο εν ώρα εργασίας. Εγώ προσπαθώ ν’απολογηθώ εξηγόντας ότι δεν φταίω για τη συμπεριφορά του αλλουνού, και τότε ο προϊστάμενος, για να γελάσωμε κι αυτός, μου λέει την γλυκύτατη ατάκα: «Ναι, άλλο που δεν τα θέλει ο κώλος σου κι εσένα. Σ’έχουμε καταλάβει τι είσαι».

Θέλω να συνειδητοποιήσετε, οτι ήμουν νέα κοπέλα κι έβραζε το αίμα μου,  κι αντί να εκτονώνω τις κάβλες μου, καθόμουνα και δούλευα σαν τη σκλάβα σε μια εταιρία όπου δεν είχα πολλά πολλά με κανέναν, κι όπου δεν είχα δώσει ποτέ το παραμικρό δικαίωμα να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε εναντίον μου, κι ότι όσο να’ναι αυτό μου’ρθε κάπως. Θέλω επίσης να συνειδητοποιήσετε, ότι μιλάμε πάντα για μένα. Μικρή και αθώα μεν, Gogoth σε πρώιμο στάδιο δε. Μετά την ατάκα εκείνη και καθώς ο προϊστάμενός μου επέστρεψε στο γραφείο του, είχα μια αποκάλυψη. Μια φώτιση. Ξαφνικά ήταν όλα ξεκάθαρα. Εγώ δεν ανήκα εκεί μέσα. Εγώ δεν ήμουν αυτό που φαινόμουν να είμαι κι εγώ ήμουν γι’άλλα πράματα. Τα είχα σκεφτεί όλα λάθος. Τίποτα δεν ήταν όπως έπρεπε.

Μπήκα στο γραφείο του προϊστάμενού μου χωρίς να χτυπήσω. Με κοίταξε παραξενεμένος, με ρώτησε τι ήθελα. Εγώ ήξερα, ήμουν πεφωτισμένη, είχα δει το Χριστό φαντάρο. Ήμουν ο Μπρέηβχαρτ, ήμουν η Ζαν Ντ’Αρκ, ήμουν η Μπρίτζετ Τζόουνς. Άνοιξα το στόμα μου και βγήκανε λέξεις. «Κοιτάξτε να δείτε κύριε Τέτοιε μου», ξεκίνησα να του λέω, «εμένα δεν μου μιλάει έτσι ούτε ο πατέρας μου, δεν θα μου μιλάτε έτσι εσείς. (μέχρι εδώ καλά). Εγώ ήρθα εδώ για να δουλέψω, και όχι για να κάθομαι όλη μέρα στο γραφείο μου να βλέπω τσόντες με κλειδωμένη την πόρτα όπως κάνετε εσείς. (ωπα ωπα κοπελιά τι σκατά). Γι’αυτό άμα μου ξαναμιλήσετε έτσι θα σας φορέσω το καλαθάκι των αχρήστων παπιγιόν. (οκει, λουτρό αίματος). Και τώρα, επειδή με συγχύσατε, παίρνω την υπόλοιπη μέρα ρεπό. Αντίο σας.»

Τρου στόρι μαδερφάκερς. Μάζεψα τα πράματά μου κι έφυγα χαμογελαστή. Την επόμενη μέρα φυσικά με απέλυσαν. Ήταν το καλύτερο πράμα που μου συνέβη ποτέ. Μπήκα στο ταμείο ανεργίας, έτρωγα ένα χρόνο απ’τα έτοιμα, έκανα τα χαρτιά μου για να περάσω Τουριστικά, πέρασα, είχα τα ωραιότερα φοιτητικά χρόνια και όλα ήταν όπως έπρεπε. Σοου λονγκ σακερς!

Σκηνικό νο4:
Κανά χρόνο μετά, είμαι στη συναυλία Puressence-Suede-Pulp στο θέατρο βράχων. Έχουν μόλις βγει οι πρώτοι κι αράζω σε μια κερκίδα μ’ένα κολλητό. Ξαφνικά περνάει μπροστά μου μια γνωστή, μπαργούμαν στην Τρύπα. Με βλέπει και με πλησιάζει. Με την κοπέλα δεν έχω πολλά πάρε δώσε μέχρι τότε, πέρα απ’το γεια τι λέει θέλω μια μπύρα, δεν έχουμε πει κουβέντα. Γι’αυτο όταν με χαιρετάει κι αρχίζει να μου λέει έτσι στο ξεκάρφωτο τον πόνο της, παραξενεύομαι. Παραληρεί εκεί χάμω οτι τα’χει φτιάξει μ’ένα γκόμενο πρόσφατα και πως τον αγαπάει αλλά σταμάτησε λέει να δουλεύει στην Τρύπα γιατί αυτός δεν την αφήνει να δουλεύει νύχτα αλλά τον αγαπάει αλλά τώρα όλοι στο μαγαζί τη βρίζουνε γιατί τους άφησε ξεκρέμαστους και δεν υπάρχει κανείς να την αναπληρώσει αλλά τον γκόμενο τον αγαπάει και τρία πουλάκια κάθονται. Εγώ νεύω καταφατικά κι εύχομαι να ξεκουμπιστεί να φύγει να δω τη συναυλία με την ησυχία μου. «ναι ναι...» μουρμουράω, «έχεις κι εσύ τα δίκια σου, ναι μωρέ, όπως τα λες, καλά έκανες, όλο και κάποιος θα βρεθεί να δουλέψει στη θέση σου, ναι ναι...». Ξάφνου το μάτι της γυαλίζει. «Εσύ;» μου τσιρίζει «εσύ, μήπως ψάχνεις για δουλειά;;». Εγώ εκείνη την εποχή πάνω που έχω τελειώσει το ταμείο και ψάχνομαι να βρω καμιά ημιαπασχόληση να βγάζω τα μικροέξοδα των σπουδών. Ξέρω γω, της λέω, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ να δουλέψω στην Τρύπα, γιατί ως γνωστών, we never mix business with pleasure. Αυτή με ευχαριστεί περιχαρής και χοροπηδά μακριά. Δυό μέρες μετά, ενώ λικνίζω το κορμί μου στην Τρύπα, το αφεντικό με πλησιάζει με δυό σφηνάκια στο χέρι. «Έμαθα οτι ψάχνεις για δουλειά» μου δηλώνει κινηματογραφικά.

Τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε. Έπιασα δουλεια μπαργούμαν στην Τρύπα. Τσάμπα ποτά και το μαγαζί που γούσταρα. Καλά ήτανε. Όσοι απο σας τυχόν σύχναζαν εκείνη την εποχή στην Τρύπα... σίγουρα με θυμάστε. Όχι να περιαυτολογήσω αλλά ήμασταν κάπως show τότενες στο μπαρ. Ωραία χρόνια.

Σκηνικό νο 5:
Πάμε ένα μικρό ρηγουάηντ κάνα χρόνο πριν. Τα’χα που λέτε ένα φεγγάρι μ’ένανε που ήτανε dj. Κι όταν λέω ένα φεγγάρι εννοώ, ούτε ένα γιόμισμα ολάκερο. Επιπόλαιη σχέση. Στο μαγαζί που δούλευε αυτός λοιπόν, είχαν ένα έθιμο κατά το οποίο, μια φορά τη βδομάδα, κάποιος επιλεγμένος πελάτης γινόταν dj για ένα βράδυ. Ο τότε γκόμενός μου λοιπόν, καθότι ήξερε την ψυχωτική ασχολία μου με τη μουσική, με παρακάλαγε να συμμετάσχω ένα βράδυ στο έθιμο. Εγώ όμως αρνιόμουν πεισματικά. Ήμουνα μικρή βλέπετε και για να το πω λιανά, κόλωνα. Ίσως την άλλη βδομάδα, έλεγα, κι όταν ερχόταν η άλλη βδομάδα, καλύτερα τη μεθεπόμενη και πάει λέγοντας, ώσπου σύντομα χώρισα με τον τύπο και η μεθεπόμενη δεν ήρθε ποτέ, και μου’μεινε το απωθυμένο.

Σκηνικό νο6:
Πάμε πάλι κάποια χρόνια μπροστά. Είμαι στην Τρύπα, δουλεύω ήδη δυο και βάλε χρόνια μπαρ, οι σπουδές τελειώνουν, σκέφτομαι τι θα κάνω με τη ζωή μου κι άλλα τέτοια μοιρολατρικά. Έχω πάει για δουλειά εκείνο το βράδυ, ανοίγουμε νωρίς και δεν έχει κόσμο, κι έχουμε κάτσει με το αφεντικό και την άλλη μπαργούμαν και πίνουμε καφέ. Πιάνουμε μια άσχετη συζήτηση για την πέραση που έχουν οι dj στις γκόμενες, και πάνω στη συζήτηση λέω οτι τα είχα κι εγώ μ’έναν τέτοιονε. Κάπως το φέρνει η κουβέντα και λέω όλη τη φάση με το έθιμο στο μαγαζί που δούλευε και με το απωθημένο που μου’μεινε να παίξω μια φορά μουσική, έτσι για την εμπειρία και μόνο. Μου απαντάει λοιπόν το αφεντικό μου, «Ε, τι σκας, αύριο που θα δουλεύεις, να πούμε του dj ν’ανέβεις να σου δείξει να παίξεις μια ωρίτσα να σου φύγει ο νταλκάς». Γαμώ. Κωλοχάρηκα με την ιδέα, έτσι για ένα βράδυ, δεν το είδα ποτέ πιο σοβαρά απ’αυτό. Άλλωστε, να σημειώσω, το μαγαζί δεν είχε κανένα κενό στο πρόγραμμα για καινούριο dj.

Ανέβηκα λοιπόν το επόμενο βράδυ, μου έδειξε δυο πράματα το παλληκάρι που δούλευε, αυτό είναι το μάστερ, αυτό είναι το κιου, μ’αυτό πιτσάρεις, εδώ είναι η ένταση. Έφερα και μια δεκαριά σιντι απ’το σπίτι μου, κι έκανα το χαβά μου για ένα δίωρο. Έτυχε εκείνο το βράδυ να γεμίσει και το μαγαζί απο νωρίς, κι ο κόσμος γούσταρε. Ήτανε ωραία, παρόλο που απ’την νοητική κόπωση και το άγχος μ’έπιασε ο χειρότερος πονοκέφαλος όλης της ζωής μου μέχρι και σήμερα... Κατέβηκα κατά τις 1 απ’τα decks, μπήκα στο μπαρ, κι άρχισα να βάζω ποτά για το υπόλοιπο της βάρδιάς μου, κι αυτό ήτανε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Λίγο πριν κλείσουμε, το αφεντικό με φώναξε να πάω δίπλα του. Είχε πάλι δυο σφηνάκια στο χέρι. Ξέρουμε όλοι τι σήμαινε αυτό, έτσι;

Τους άρεσα λοιπόν, τους άρεσα τόσο που μου δώσανε προαγωγή. Κι έτσι έγινα dj. Είναι η καλύτερη και ταυτόχρονα η χειρότερη δουλειά που έχω κάνει στη ζωή μου, αλλά την αγαπάω την πουτάνα όσο δεν μπορώ να σας πω με λέξεις, γι’αυτό έχω μείνει στη νύχτα τόσα χρόνια. Έχω περάσει απο πολλά μαγαζιά, απο πολλά είδη μουσικής και ντιτζεηλικίου, αλλά πάντα δούλευα resident στην Τρύπα. Κάποια στιγμή μεταφέρθηκα απ’το μπουντρούμι στα μπαλκόνια, όσοι ξέρετε για ποια Τρύπα μιλάμε καταλαβαίνετε τι εννοώ. Έχω φάει πολλά σκατά κι έχω δει πολλά ευτράπελα, αλλά είναι και λίγο σπίτι μου αυτό το γαμωμάγαζο. Εκεί μέσα γνώρισα μερικούς απ’τους καλύτερούς μου φίλους όλα αυτά τα χρόνια. Γνώρισα τη δεσποινίδα Merrick εκεί μέσα. Η αδερφή μου γνώρισε το σύζυγό της εκεί μέσα, ένα βράδυ που είχε έρθει να μου κάνει παρέα όσο δούλευα. Η κολλητή μου γνώρισε τον επί εφτά χρόνια γκόμενό της εκεί μέσα. Μερικούς απ’τους πιο σημαντικούς άντρες της ζωής μου, τους γνώρισα εκεί μέσα, αλλά όλοι ξέρουμε πως κατέληξε αυτό. Νομίζω πως έχω κάνει τα πάντα μέσα σ’αυτό το μαγαζί, ο,τι δεν φαντάζεστε. Εκτός απο σεξ.
Πως μου έχει ξεφύγει αυτό;

Πάντως, όπως με όλα τα σημαντικά πράγματα στη ζωή μου, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι, τι θα γινόταν αν... Αν δεν τύχαινε ο γκόμενός μου τότε να με πάει εκεί, αν δεν μου πέταγε τις κούτες εκείνος ο αποθηκάριος στη δουλειά, αν δεν έπεφτα πάνω στην μπαργούμαν σ’εκείνη τη συναυλία, αν δεν τα’χα μ’εκείνο το dj κι αν εκείνο το βράδυ είχε κόσμο απο νωρίς και δεν καθόμασταν να συζητάμε με το αφεντικό... Ώρες ώρες το σκέφτομαι και τρομάζω. Δεν έχω ιδέα πως θα ήταν η ζωή μου τώρα.

Τώρα βέβαια, οι πιθανότητες δείχνουν οτι κάποια στιγμή που δεν αργεί να έρθει, θα σταματήσω να δουλεύω στην Τρύπα, γιατί αγαπητοί μου η νύχτα δεν πληρώνει πια όπως πλήρωνε αλλά κουράζει όπως κούραζε, και γιατί πόσα χρόνια μπορείς να ζεις τη ζωή σου χωρίς συμβιβασμούς πριν γευτείς τις σκληρές επιπτώσεις; Ε και γιατί πρέπει να γίνω άνθρωπος κι εγώ κάποια στιγμή, αλλά όπως και να’χει, το σημαντικό σ’όλα αυτά είναι ότι σήμερα ήρθε μια κοπελιά και μου ζήτησε ένα τραγούδι. Κι ήταν το ίδιο τραγούδι που είχα ήδη ετοιμάσει να παίξει. Δε μου συνέβη για πρώτη φορά αυτό, αλλά κάβλωσα όπως την πρώτη φορά, γιατί αυτό το συναίσθημα, του να κάνεις αυτό που αγαπάς κι ο κόσμος να γουστάρει και να τον πιάνεις και να σε πιάνει κι αυτός ταυτόχρονα, αυτό το συναίσθημα δεν έχω το ταλέντο να το περιγράψω.

Κι επειδή το έκανα πολύ μελό και για να σταθώ άξια της ξαφνικής ροματζοδραματοσύνης μου πρέπει να το τραβήξω απ’το μαλλί και να το σύρω στα πατώματα, κοιτάτε να δείτε παιδιά μου. Η στιγμή αυτή που διαβάζετε αυτό τώρα, γκες γουατ, μόλις πέρασε. Και δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Όταν το καταλάβετε αυτό βαθιά στο πετσί σας, θα τα δείτε όλα αλλιώς. Μάθετε τι είναι αυτό που γουστάρετε και κάντε το, χωρίς συμβιβασμούς, για όσο σας πέρνει.

Αυτό είναι πραγματικά το πιο μελό ποστ που έχω γράψει μα την Μπαναγιά τη Μπαρόβια γαμώτο, αλλά, Τρύπα ρε μουνιά.

Σας αφήνω να ακούσετε το τραγούδι του πλεηλιστ που τα λέει καλύτερα ναούμε.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

The live archives, part 2

ή αλλιως, ΤΙ ΣΚΑΤΑ;;;





Αποφασισα να φτιαξω δευτερο μερος των επεισοδιακων συναυλιων τις οποιες εχω απολαυσει στη συντομη πολυταραχη ζωη μου, γιατι οπως σας ειχα πει και στο παλαιοτερο ποστ, εχω πολλα ευτραπελα να σας διηγηθω ακομα. Γιατι ειμαι ολοκληρη ενα ευτραπελο, γι’αυτο.

Θα ξεκινησω με ενα απ’τα πιο αξιομνημονευτα λαιβ της ζωης μου, κι οταν λεω αξιομνημονευτο εννοω ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΜΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΒΙΩΣΕΙ ΠΟΤΕ.

Συναυλια Sisters of Mercy, στο κλειστο μπασκετ στον Αγιο Ελευθεριο, καπου τρια τεσσερα χρονια πριν. Αυτη η ιστορια ειναι λιγοτερο αστεια απο αυτες που θ’ακολουθησουν, μα αν μη τι αλλο πολυ επεισοδιακη.

Εχουμε παρει εισητηρια, εγω, η αδερφη μου και μια φιλη, κι εχουμε κατουρηθει απ’τη χαρα μας, διοτι Sisters of Mercy γιουπι γιουπι αγαπαμε και ακουμε απο παιδια, περιμενουμε πως και πως, θα τα σπασουμε, Vision Thing και This Corrosion και δε συμμαζευεται, βαζουμε τα ριμελ μας και τα μαυρα μας και ξεκιναμε. Φτανουμε αρκετα νωριτερα απ’την καθορισμενη ωρα, απ’εξω εχει τεραστια ουρα αλλα οκ, ειμαστε pumped up και τρισχαρουμενες, αραζουμε και περιμενουμε.

Γυρω στη μια ωρα μετα, αρχιζουμε να χαμπαριαζουμε οτι η ουρα δεν κουνιεται καθολου προς καμια κατευθυνση και οτι το λαιβ θα’πρεπε να εχει ηδη ξεκινησει. Ξαφνικα ακουμε μεσα απο το συναυλιακο χωρο μουσικη. Θα κανουνε soundcheck, σκεφτομαστε. Υστερα απο κανα εικοσαλεπτο αρχιζουμε ν’αναρωτιομαστε τι σκατα γιατι αυτο δεν  ακουγεται σαν soundcheck αλλα σαν κανονικη συναυλια κι η ουρα συνεχιζει να μην κινειται.

Αρχιζει ενας αλλαλαγμος και μια αναταραχη απο τον κοσμο που περιμενει στην ουρα. Ρωτανε τους σεκιουριταδες τι γινεται, εχει αρχισει το λαιβ, γιατι δεν μπαινουμε; Οι σεκιουριταδες αρχιζουν ν’απαντανε αοριστα και ακαταλαβιστικα πραγματα. Το πιανουμε το νοημα. Οι μαγκες οι διοργανωτες εχουνε πουλησει παραπανω εισητηρια απ’οτι χωραει αυτο το τρισαθλιο μπουντρουμι που περνιεται για σταδιο, το οποιο εχει ηδη γεμισει εδω και ωρες, κι εμεις εχουμε μεινει καμια διακοσαρια ατομα απ’εξω με τα εισητηρια και τα πουλια στα χερια. Αρχιζει να γινεται πανικος. Κοσμος βριζει, σπρωχνει, μαλωνουνε με τους σεκιουριταδες, σε μια φαση πεφτει και ξυλο, ολοι ειναι εξοργισμενοι και ουρλιαζουν, εμας με τις αλλες δυο μας βαρανε και μας σπρωχνουνε απο παντου, ρε πουστη λεω, ξινο θα μας βγει. Υστερα απο κανα τεταρτο η ουρα προχωραει λιγο, βαζουνε καμποσους μεσα, υστερα σταματαει παλι. Βρισκομαστε σχεδον μπροστα, βριζουν ολοι, βριζουμε και μεις, απο μεσα ακουγεται το Temple of Love, τα νευρα μου εχουνε γινει haribo ζελεδακια, μεσα παιζουνε οι Sisters, εχω πληρωσει να τους δω και δεν τους βλεπω! Υστερα απο λιγο βλεπω κοσμο να βγαινει απο το σταδιο, κοσμο, που λεει ο λογος, βλεπω να βγαινουν ταλαιπωροι ιδρωμενοι ανθρωποι με σκισμενα ρουχα και αιματα. Τι σκατα;; Η ουρα προχωραει παλι λιγο, η φαση παει ως εξης, για καθε πεντε που βγαινουνε ποδοπατημενοι κακην κακως, οι σεκιουριταδες βαζουνε αλλους πεντε μεσα. Φτανει η σειρα μας. Τι κανουμε τωρα; Μπαινουμε; Εδω οι αλλοι βγαινουνε, και δεν βγαινουνε και πολυ σωοι... Τελοσπαντων, να πα να γαμηθει, εχουμε πληρωσει ρε πουστη, θα μπουμε.

Μπαινουμε... Αντικρυζουμε εναν αποπνικτικο ασφυκτικα γεματο χωρο, με μια ετσι φινετσατη μυρωδια ιδρωτιλας στον αερα κι ενα συννεφο καπνου να αιωρειται ρομαντικα πανω απ’τα κεφαλια μας. Κοσμος παντου, κοσμος κρεμεται απ’τις σκαλες, κοσμος σφηνωμενος στις γωνιες, κοσμος κολλημενος χαλκομανια στους τοιχους. Ενας πανικος. Απο τη σκηνη δεν φαινεται τιποτα, εχει τοσο κοσμο που το μονο που βλεπεις ειναι κεφαλια. Αποφασιζουμε να παμε προς τον εξωστη μπας και...

Μιση ωρα μετα, αφου εχουμε ποδοπατηθει, χουφτωθει και κατραπακιαστει απο το μισο σταδιο, καταφερνουμε ν’ανεβουμε. Και ω, επιτελους, βλεπουμε τη σκηνη. Και αυτο ειναι ολο. Βλεπουμε τη σκηνη. Πανω στη σκηνη, το μονο που υπαρχει ειναι καπνος, καπνος, καπνος, και μεσα απ’τον καπνο διακρινονται που και που δυο τρεις σιλουετες που υποθετικα ειναι το συγκροτημα, αλλα πιστεψτε με, ακομα κι αν αντι για τους Sisters βρισκονταν εκει πανω ο Τερζης, η Αση Μπιλιου και ο Τζαστιν Μπιβερ, κανεις δεν θα ειχε καταλαβει τη διαφορα γιατι δεν φαινοταν τιποτα! Και το χειροτερο ολων, η μουσικη που ακουγοταν...

Δε ξερω ρε παιδια, δεν εχω καμια αποδειξη γι’αυτο που θα πω, αλλα να ξερετε οτι ειπωθηκε κι απο αλλο κοσμο... Η μουσικη ακουγοταν τρομακτικα πολυ σαν να ηταν πλεημπακ. Ηταν σαν να ακουγα το σιντι τους,  με πολυ χειροτερη ακουστικη απ’οτι στο στερεοφωνικο μου και ντουετο με τη φωνη ενος μεθυσμενου που ουρλιαζε διπλα μου.

Καθησαμε μιση ωρα, κι αυτο με το ζορι. Βγηκαμε κακην κακως βριζοντας, και οταν αφοτου βγηκαμε οι σεκιουριταδες εβαλαν αλλους τρεις στη θεση μας... δεν ηξερα τι επρεπε να κανω. Να τους προειδοποιησω; Να τους ευχηθω καλη τυχη; Να γελασω μαζι τους γιατι αφου το τραβηξα εγω να το τραβηξουνε κι αυτοι; Τιποτα δεν εκανα. Φυγαμε οσο πιο γρηγορα γινοταν και πηγαμε σπιτια μας και ηπιαμε μεγαλες ποσοτητες αλκοολ.

Παντως μετα εμαθα πως αρκετος κοσμος που δεν ειχε ποτε την ατυχια να μπει τελικα μεσα, πηρε τα λεφτα του πισω απο τους διοργανωτες.


Μετα απ’αυτη την ομορφη εμπειρια, ας συνεχισουμε με την αξιομνημονευτη λεμε τωρα συναυλια που ειχαν δωσει τα Διαφανα Κρινα, δυο χρονια πριν, στο Ιδρυμα Μειζωνος Ελληνισμου. Τι και που σκατα ειναι αυτο το Ιδρυμα Μειζωνος Ελληνισμου, θ’αναρωτιουνται τωρα πολλοι απο σας. Αμ ελα μου ντε. Απο κει ξεκιναει και η ιστορια μας.

Δεν θυμαμαι ακριβως γιατι ειχα αποφασισει να παω σ’αυτη τη συναυλια. Δεν τρελαινομαι για τα Διαφανα Κρινα, δηλαδη νταξει, που και που εχω μιζεριασει με κανα τραγουδι τους, αλλα οποτε συνεβη αυτο μεσα στη φαση εμπλεκοταν πολυ αλκοολ και ασχημες παρεες. Τελοσπαντων, νομιζω μια ασχημη παρεα ηταν που με ειχε τραβολογησει να παμε, δεν ειχα και τιποτα καλυτερο να κανω... Ξεκιναω λοιπον εκεινο το Παρασκεβιατικο βροχερο απογευμα να παω στη συναυλια μονη μου, με σκοπο καποιους να συναντησω εκει αλλα ουτε που καλοθυμαμαι. Αυτο το Ιδρυμα λεει ειχα διαβασει στο γκουγκλε οτι ητανε καπου στην Πειραιως. Παιρνω ενα ταξι και λεω στον οδηγο τη διευθυνση. Εξω βρεχει καταρρακτωδως, λες κι ειχε συνεννοηθει ο πουστης ο Ανεστοπουλος με την ΕΜΥ να φτιαξουνε ατμοσφαιρα. Φτανουμε στο νουμερο διακοσια κατι στην Πειραιως, εδω ειμαστε μου λεει ο ταριφας. Τι εδω ειμαστε; Εδω δεν υπηρχε τιποτα. Ενα μεγαλο κτιριο σαν εγκαταλελλειμενο εργοστασιο και γυρω γυρω ερημια. Πληρωνω, κατεβαινω, κοιταζω περα δωθε, τιποτα, ουτε κοσμος, ουτε συναυλιακος χωρος, τιποτα, ναδα, γιοκ. Δεν μπορω να παρω και κανεναν απ’τους γνωστους τηλεφωνο γιατι εχω κανει τη συνηθισμενη μου μαλακια κι εχω φτασει πολυ πολυ νωριτερα απο την ωρα του λαιβ. Αυτη η καταρα να φτανω παντα νωριτερα παντου θα με κατατρεχει για παντα γαμω τη συνεπεια μου γαμω. Τελοσπαντων, σε μια φαση βλεπω ενανε με μια στολη, σαν σεκιουριτας μου φανηκε, τον πλησιαζω, τον ρωταω μηπως ξερει αν γινεται καμια συναυλια εδω γυρω, μου λεει «Ναι κοπελια, το βλεπεις αυτο το στενο; Ολο ευθεια θα το παρεις, εχει καμποσο περπατημα, στο τελος θα δεις εναν περιφραγμενο χωρο με σεκιουριταδες και κοσμο, εκει εισαι». Οκ, βαζω την κουκουλα μου και ξεκιναω.

Αυτο το στενο που λετε, ητανε ενας χωματοδρομος του κερατα, ισα που χωραγε να περασει αμαξι. Βροχη λασπουρια χαμος κι εγω περπαταω. Κι υστερα περπαταω κι αλλο, και μετα απ’αυτο περπαταω καμποσο. Περπαταω περπαταω, εχω γινει μουνι απ’τη βροχη, το στενο στενευει και συναυλια πουθενα. Σας μιλαω τωρα για ενα κωλοστενο στη μεση του πουθενα, γυρω γυρω αδεια μισογκρεμισμενα κτιρια και κατι κιτρινιασμενες λαμπες της ΔΕΗ σαν αυτες που εχουν στα χωρια, κι αυτες σιγα σιγα να λιγοστευουν, εχω φτασει να βλεπω στυλο ανα πενταλεπτο. Το πραμα εχει αρχισει και γινεται ζορικο. Ο δρομος καπου σταματαει και στριβει προς τα δεξια και μετα προς τ’αριστερα, εχω αρχισει και χανω τον ελαχιστο προσανατολισμο που εχω, και σε μια φαση κοιταω μπροστα μου και τι να δω; Το νερο εχει σχηματισει μια τεραστια λιμνη απο λασπες και σκατα. Τι κανω τωρα; Σκεφτομαι να γυρισω πισω, αλλα τι πισω, που ειναι το πισω; Δε ξερω που στον πεο ειμαι. Του πουστη λεω, εφτασα μεχρι εδω, θα συνεχισω. Τσαλαβουταω στη λιμνη, τα σκατα κι οι λασπες μου’χουνε φτασει ως το γονατο, βγαινω απ’τη λιμνη, συνεχιζω, το φως ελαχιστοτερο, η βροχη δυνατοτερη, συναυλια πουθενα.

Σ’αυτο το σημειο να σας διευκρινισω, εγω γενικα, δεν ειμαι απ’τις γκομενες που φοβουνται ευκολα. Και δεν το λεω για μαγκια τωρα αυτο, για κακο το λεω. Απο πιτσιρικι κυκλοφοραω στους δρομους μονη μου μες στ’αγρια μεσανυχτα και δεν εχω καμια αισθηση του φοβου οτι θα μου συμβει κατι. Δεν ξερω γιατι, ισως φταιει που μεγαλωσα στην κωλοπολη, ή που δουλευω νυχτα, δεν ξερω, παντως μαλακια μου γιατι δεν προσεχω καθολου. Τι να κανω ομως, ετσι ειμαι, δε μου σκαει το κακο στο κεφαλι οταν θελω να βολταρω. Εχω διασχισει τα γκετο διπλα στη λαχαναγορα μονη μου κι ουτε που εχω ιδρωσει. Εχω αραξει σε καθε λογης αλσακι μονη μου κι ουτε που εχω τσιτωσει. Εχω ταξιδεψει μονη μου με αεροπλανα και βαπορια κι ουτε που εχω αγχωθει. Αλλα εκεινη τη μερα, σ’εκεινο το κωλοστενο, μου συνεβη το ασυλληπτο: αρχισα να φοβαμαι. Ημουνα στη μεση του πουθενα και δεν ηξερα που παω. Και πανω που τα πραγματα δεν μπορουσαν να γινουν χειροτερα... ακουω πισω μου βηματα. Ενα ζευγαρι ποδια πλατς πλατς μες στις λασπες.

Γυριζω αργα και δηθεν αδιαφορα το κεφαλι μου, ευχομενη να δω κανενα κοριτσακι χαμενο και βρεγμενο σαν κι εμενα και να το αρπαξω απ’το χερι να περιπλανηθουμε μαζι. Και διακρινω στα σκοταδια εναν μαντραχαλο μ’ενα δερματινο. Οοοοοκει.... το πραμα αρχιζει να γινεται πολυ πολυ δυσοιωνο.... Συνεχιζω να περπαταω σαν να μη συμβαινει τιποτα, επιταχυνοντας το βημα μου σιγα σιγα για να μη δειξω οτι εχω κανει τσισακια μες στο παντελονακι μου απ’τον τρομο. Τα βηματα πισω μου, επιταχυνουν κι αυτα σταθερα. Ω σκατα, ω σκατα, θα με βιασουνε, θα με γδαρουνε, θα παρουνε τα νυχια μου για ενθυμιο και το χειροτερο ειναι οτι θα περασουν βδομαδες μεχρι ν’ανακαλυψει καποιος το διαμελισμενο κουφαρι μου εδω στις παρυφες της κολασεως που βρισκομαι. Επιταχυνω κι αλλο, ξαφνικα στο βαθος βλεπω φωτα, αη Γιωργη μου σ’ευχαριστω, θ’αρχισω να πιστευω στα θεια, ενας περιφραγμενος χωρος και κοσμος γυρω στα πεντακοσια μετρα και βαλε πιο κατω, επιταχυνω, επιταχυνω... και τοτε ακουω τη φωνη του μαντραχαλου πισω μου. «Ψιτ, κοπελια...».

Σκατα σκατα σκατα!!! Σε ποσα λεπτα θα φτασω, προλαβαινω; Δεν προλαβαινω, αν μ’αρπαξει τωρα δεν προλαβαινω, ουτε που θ’ακουστω αν ουρλιαξω. Σκατα σκατα, ο τυπος ξαναφωναζει, «ψιτ κοπελια», τι κανουμε τωρα Γωγοθι;;;

Λοιπον παιδια μου παντα ελεγα οτι σε καταστασεις υστατου τρομου, οι ανθρωποι χωριζονται σε δυο κατηγοριες. Αυτοι που θα τρεξουν ουρλιαζοντας, και αυτοι που θα μεινουν εντελως ακινητοι και παγωμενοι. Εγω ειμαι απ’τους δευτερους γιατι δεν ειμαι και καλη στο τρεξιμο. Ηρθε η στιγμη της αληθειας, σκεφτομαι, τουλαχιστον αν  ειναι να πεθανω, θα πεθανω περηφανη κι οχι σκουντουφλωντας και σερνοντας τα μουτρα μου στις λασπες. Σταματαω, κανω μεταβολη, και στεκομαι ακινητη κοιτωντας τον τυπο σοβαρη και μ’ενα δηθεν-δεν-τρεχει-τιποτα υφος. «Πες μου» του λεω επιτακτικα απ’εξω μου, ενω απο μεσα μου λεω ο,τι προλαβαινω να θυμηθω απο το πατερ ημων.

Ο τυπος κοντοστεκεται και με ρωταει, «Εχεις εισητηριο;»

Τι; Τι σκατ...

«Εεε... οχι...» απανταω, ακομα δηθεν κουλ και συγκροτημενη, χωρις να εχω ιδεα τι σκατα.

«Εχω ενα που μου περισσευει, το θες;» συνεχιζει αυτος.

Τωρα, το’θελα δεν το’θελα, ο,τι και να μου λεγε εγω ναι θα του απαντουσα ετσι χεσμενη που ημουνα.

«Εεε... ξερω γω... οκ»

Βγαζει απ’την τσεπη του ενα εισητηριο και μου το δινει. Ηρεμω καπως, ολα καλα σκεφτομαι, κανας μαυραγοριτης ειναι που θελει να σπρωξει εισητηρια, δεν πα να’ναι και πλαστο, θα το παρω και θα την κανω τρεχοντας.

«Ποσο το δινεις;» τον ρωταω.

«Τιποτα ρε συ κοπελια» μου απανταει.

Τιποτα; Ξαναματασκατα, whats the catch here; Τι θελει τωρα γι’ανταλλαγμα; Ειναι κανας λιγουρης και θελει να μου τη μπεσει; Ειναι κανας καημενος και θελει παρεα για τη συναυλια; Ειναι κανας μπατιρης και θελει τρακα τσιγαρα και ποτα;

«Τι τιποτα;;» τον ρωταω.

«Τιποτα» μου απανταει και ξαφνικα μου σκαει ενα απ’τα πιο καλοσυνατα χαμογελα που εχω δει στη ζωη μου. «Καλα να περασεις!» μου φωναζει καθως με προσπερναει κι απομακρυνεται γρηγορα.

..... τι  εγινε τωρα ρε παιδια;....


Δεν τον ξαναειδα καθολου για το υπολοιπο της βραδιας. Πηγα στη συναυλια, το εισητηριο ητανε αληθινο, μπηκα κανονικα, ηπια τις μπυρες μου, βρηκα την παρεα μου, περασα γαμω...

Φιλαρακι αν τυχον διαβασεις ποτε αυτο το μπλογκ, τι να σου πω. Να’σαι καλα, εισαι μεγαλη μορφη και να ξερεις οτι επινα στην υγεια σου εκεινο το βραδυ! Υπαρχουν και καλοι ανθρωποι σ’αυτον τον κωλοκοσμο τομαριαααααα!


Και για το τελος, να σας πω την ιστορια για το λαιβ των Εν Πλω, καπου στην Κηφισια, καναδυο χρονια πριν. Χα, το λαιβ των Εν Πλω. Γελαω ηδη αλλα μου’ρχονται και λιγα κλαμματα. Θα καταλαβετε.

Για οσους δεν ξερετε, οι Εν Πλω ειναι ενα οχι πολυ γνωστο αλλα αξιολογο, με μεγαλη προσφορα πανκοροκονιουγεηβοκατι συγκροτημα των εητις. Αν παρακολουθειτε τον φιλτατο Αγγελακα, τους διασκευαζει συχνα.

Οι Εν Πλω κανουν λαιβ παρα πολυ σπανια, κι ετσι οταν ο φιλος μου ο Χαλιας μ’ενημερωσε οτι το Σαββατο παιζουν καπου ενας θεος ξερει που, χαρηκα φοβερα, και καθοτι ο Χαλιας ειναι ο μονος απ’τους φιλους μου που τους γνωριζει και τους αγαπα οπως εγω, αποφασισαμε να παμε μαζι.

Αυτο το ανοιχτο σταδιο καπου στην Κηφισια ορ σαμθινγκ δεν ειχαμε ιδεα που και τι ειναι, αλλα ο Χαλιας προνοησε να δανειστει το gps ενος φιλου του. Αλοιμονο κι αν ηξερε βεβαια κανεις απ’τους δυο μας πως σκατα λειτουργει ενα gps... αλλα τι χαναμε να δοκιμασουμε. Μπαινουμε στο αμαξι λοιπον, παλευουμε να ρυθμισουμε αυτη τη μαλακια, καποια στιγμη βγαζουμε ακρη, πληκτρολογουμε τη διεθυνση, κι ευθυς αμεσως αρχιζει να μας καθοδηγει μια φωνη που ακουγεται σαν τον μπασταρδο απογονο του r2d2 και μιας παρουσιαστριας ειδησεων. Για χαρη αυτου του ποστ, ας ονομασουμε τη φωνη αυτη...  ξερω γω, Ευγενια Μανωλιδου, αυτο μου ερχεται στο μυαλο οταν σκεφτομαι κατι μεταξυ εξωγηινου ρομποτ και γυναικας.

Αρχιζει λοιπον η Ευγενια με την αποκοσμη φωνη της, «στα-διακοσια μετρα-στριψτε-αριστερα», και τα λοιπα και τα λοιπα. Περναμε τα Πατησια, τον Περισσο, το Ηρακλειο, το Μαρουσι... σε μια φαση υποθετουμε οτι ειμαστε καπου στην Κηφισια, σε κατι απομερους δρομους, ακολουθαμε ντουγρου την Μανωλιδου... και βρισκομαστε ξαφνικα μπροστα σε κατι σαν αλσακι. Η Μανωλιδου αναφωνει «συνεχιστε-ευθεια». Που ευθεια καλε; Ευθεια εχει ενα δασος! «Δεν θα εχει κανει update στο gps ο φιλος μου» υποθετει ο Χαλιας, «αλλα βλεπω δρομο να περναει μεσα απο τα δεντρα». Ε, σαμπως ξερουμε κι αλλο δρομο, παμε κι ο,τι γινει. Αρχιζουμε να διασχιζουμε το αλσος, το αμαξι μουγκριζει αγριεμενο, ανεβοκατεβαινουμε λοφακια, η Ευγενια ακαθεκτη, «συνεχιστε-ευθεια», σε μια φαση οι ροδες κολλανε στο χωμα κι ο Χαλιας τρομαζει να μας ξεκουνησει, σκεφτομαστε να παμε πισω αλλα δεν παιζει να χωραμε να κανουμε αναστροφη, ο Χαλιας τα’χει παρει κι αρχιζει να συνομιλει με την Ευγενια, αυτη το χαβα της, «στα-εικοσι-μετρα-στριψτε δεξια», ΠΟΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΤΡΑ ΜΩΡΗ ΣΑΚΑΦΙΟΡΑ ουρλιαζει ο Χαλιας, ΕΧΕΙ ΠΕΥΚΟ ΣΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΤΡΑ ΔΕΞΙΑ ΜΩΡΗ!!!! Καποια στιγμη με καποιο τροπο κανουμε μια αναστροφη και βγαινουμε απ’το δασος, σταματαμε και ξαναρυθμιζουμε το gps για εναλλακτικη διαδρομη, ρωταμε και κατι περαστικους, με χιλια ζορια τα καταφερνουμε! Το βρισκουμε. Ενας ανοιχτος μικρος συναυλιακος χωρος, ζητω χιπ χιπ χουρεη αληλουγια ωσαννα!

Μπαινουμε μεσα γρηγορα γρηγορα φουριοζοι, καθομαστε σε μια κερκιδα, αναβουμε δυο τσιγαρα... κι αρχιζουμε να κοιταμε το χωρο γυρω μας. Και παρατηρουμε κατι πολυ περιεργο.

Εχει ηδη μαζεψει αρκετο κοσμο, μονο που... να... ο κοσμος που μπαινει και καθεται γυρω μας... δεν ειναι ο συνηθισμενος κοσμος που βλεπεις σε μια συναυλια. Δεν εχουμε καταλαβει ακριβως τι συμβαινει, αλλα βλεπουμε κυριες με εμπριμε... παππουδες γιαγιαδες χερι χερι... κατι γκομενες με τσαντακια χρυσαφι... και ενιοτε κατι παιδακια...

Παιδακια;;; Δηλαδη πες, νταξει, οι Εν Πλω ειναι παλιοι, μπορει να τους ακουνε και μεγαλυτεροι. Και οι γκομενες παει στο διαλο, εχει ξανατυχει να δω κυριλατες σε ροκ συναυλια. Αλλα παιδακια;;; Τι σκατα συμβαινει εδω; Πανω απ’τη σκηνη ενα πανο λεει με μεγαλα γραμματα «ΕΝ ΠΛΩ», δεν μπορει να εχουμε ερθει σε λαθος μερος. Ασε που εχουν αρχισει οι γυρω να μας κοιταζουν περιεργα, γιατι εγω φοραω αρβυλες και μαυρα κι ο Χαλιας εχει την κλασσικη εμφανιση του ρεμαλοροκα. «Χαλια...» του ψιθυριζω φοβισμενη, «κατι δεν παει καλα...». Μου νευει καταφατικα καπως ανησυχος και ανασηκωνει τους ωμους του. Ξαφνου σβηνουν τα φωτα και ξεκιναει η συναυλια. Μπαινω σ’ενα περιεργο τριπ κι ετοιμαζομαι ψυχολογικα να δω γριες να κανουν headbanging και μωρα παιδια να σηκωνουν μοϊκανες. Ακουγονται οι πρωτες νοτες...

Λοιπον φιλοι μου, σε περιπτωση που δεν το γνωριζατε, εγω κι ο Χαλιας σιγουρα δεν το γνωριζαμε, υπαρχουν δυο ελληνικα συγκροτηματα που ονομαζονται Εν Πλω. Οι πρωτοι ειναι οι δικοι μας. Οι δευτεροι ειναι μια μπαντα που παιζει ελαφρολαϊκα και νησιωτικα. Μαντεψτε σε ποια συναυλια ημασταν εμεις. Ναι σωστα μαντεψατε.

Φυγαμε που λετε με το Χαλια. Πηγαμε στο Ρημπαουντ και ηπιαμε βενζινες. Ωραια περασαμε, δε λεω...


Θα μπορουσα να σας διηγηθω κι αλλες τετοιες χαριτωμενιες αλλα αρκετο σεντονι υφαναμε και σημερα. Καποτε μπορει να κανω και τριτο ποστ. Το ηθικο διδαγμα της ημερας παντως ειναι, οτι οποιος νυχτα περπατει λασπες και σκατα πατει που λεει κι ο λαος και πιθανον οι Εν Πλω νουμερο δυο σε καποιο χιτακι τους.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

This is a lie - The Griffin Saga, Part 1

(Εισαγωγη)

Σοβαρα τι σκατα συμβαινει με τα βιντεο που δειχνουν χαριτωμενες γατουλες να κανουν «αστεια» πραματα στο ιντερνετ; Seriously, the fuck you guys… the fuck…? Αμα ξαναδω τετοιο βιντεο μα το θεο θα παω ν’αρπαξω ενα γατακι, θα το παραγεμισω παγακια σε σχημα καρδιας με μια μανικα και μετα θα πιω τα δακρυα του!

Οπως εκανα στον τυπο με το καλυτερο pickup line που μου εχει ξεφουρνισει αντρας, το οποιο ξεχασα να σας πω στο προηγουμενο ποστ. Wait for it… wait for it…
«Θες να κανουμε αγκαλιτσες;»

Γουοου! Εντ αη μην Γουοου. Αν δεν ειναι αυτος ο καλυτερος τροπος να προσεγγισεις μια γκομενα, ποιος ειναι; The dude was such a beast I wanted him to paw me places! Γι’αυτο και του απαντησα «ναι νταρλινγκ, αλλα μονο αν μου τραβας τα μαλλια ενω τις κανουμε...ααααργκ»

Ναι ενταξει φυσικα αυτο ειναι ψεμμα αλλα ποσο ΓΑΜΑΤΗ θα ημουν αν το ειχα πει!

Για ν’αλλαξουμε κλιμα λοιπον, που λετε εμεις με κατι φιλους μου, εχουμε ενα βιτσιο ας το πουμε, να μαζευομαστε μερικες φορες σε κανα σπιτι ή σε κανα παρκο, να παραγγελνουμε βρωμοφαγητα, να πινουμε απειρα πραματα, να χαζογελαμε, και ενιοτε μεσα σ’ολα αυτα να παιζουμε με αιχμηρα αντικειμενα και να φτιαχνουμε κλασμενες ιστοριες που καποια μη αποδεδειγμενη σχεση εχουν με κατι ζαρια, και ολο αυτο το ονομαζουμε αρπιτζι (rpg, role playing game ασχετοι!) κατα το τελος του οποιου συνηθως κανουμε αγκαλιτσες και τραβαμε τα μαλλια μας χοχοχο φυσικα αυτο ειναι ψεμμα αλλα ποσο γαματ....

Εχμ, nevermind.

Ε λοιπον φετος ετυχε να εχουμε αυτο που ονομαζουμε οπως ολοι οι αρπιτζαδες θα καταλαβουν, εκεινο το campaign που γαμησε. Αυτο που ετυχε να δεσει και το παρτι να’ναι κιουλ και τα σεσσιονς να φτανουνε νεα λεβελς και να περναμε καλυτερα απο καθε αλλη φορα και να καταληξουμε να φτιαξουμε μια κατα την αποψη μας ΚΑΙ ΓΑΜΩ τις ιστοριες. Η δικια σας αποψη δεν μας ενδιαφερει, εκτος κι αν ειναι καλη.

Αποφασισα λοιπον να την ποσταρω εδω ετσι δια να γελασωμε, για εντερτεηνμεντ σκοπους. Θα το γυρναγα ταινια αμα ειχα μπατζετ αλλα φευ... Αλλωστε ποια θα ηταν η θεση του σ’ενα ιντερνετ γεματο χαριτωμενα γατακια ΤΟ ΔΙΦΟΡΟ ΣΑΣ ΓΑΜΩ. Ημασταν πεντε που παιζαμε που λετε, και το παιχνιδι ηταν το Vampire – ναι ενταξει βρικολακες πουστηδες γκεη αλλα τουλαχιστον δηλαδης σας εγγυωμαι γκαραντι οτι ειναι καλυτερο απ’το Twilight (γιατι μιλαμε για πλοκη ανατροπες και σασπενς τωρα, οχι μαλακιες) κι οτι δεν θα ξεκιναει με την προταση «ειστε σε ενα πανδοχειο» - RPG INSIDE JOKE IN DA HOUSE YO! Θα ποσταρω λοιπον κατα καιρους την ιστορια σε παρτς, ετσι για να’στε σε αγωνια τι θα γινει μετα. Και κυριως γιατι δεν εχουμε γραψει ακομα το μετα. Γιατι εχουμε και δουλειες. Δηλαδη η δεσποινιδα φιλη μου και ST της φασης, Merrick, η οποια ειχε και το οριτζιναλ concept και ανελαβε να το βαλει στο χαρτι, εχει δουλειες. Εγω γενικα δεν εχω τιποτα να κανω εκτος απο το να περιφερομαι στο ιντερνετς και να πινω τα δακρυα των lolcats. Γι’αυτο αμα εχετε καμια δουλεια υποψην σας πειτε μου.
Ή ξερω γω κανα γκομενο που να μη γουσταρει αγκαλιτσες.
Αλλα προτιμω τη δουλεια.

Η ιστορια φτιαχτηκε απ’ολους μας, και την σενιαρε η κυρια Merrick στ’αγγλικα γιατι ετσι της βγαινει, αμα εχετε κανα προβλημα μ’αυτο, καιρος να ξαναπατε την τριτη δημοτικου, και μην διαβασω καμια μαλακια για ορθογραφικα ΑΚΟΥΣ ΔΙΠΡΟΣΩΠΕ;;; Η φιλεναδα μου αλλωστε γραφει πολυ ωραια και το’κανε καλυτερα απ’οτι θα το εκανα εγω, εγω προσφερω απλα τον διαφημιστικο χωρο. Κι αμα δεν βρειτε ποιος χαρακτηρας ειναι ο δικος μου, δε ξερω τι σκατα κανετε τοσο καιρο εδω χαμω.

Παμε λοιπον, αφιερωμενο στον Γιωργο, στην Μαρια και στον Τασο... Τσιαρς γιου μπλαντ σακιν φακερς! Σας κλεινω το ματι. Gogoth over and out.

-----------------------


"Every god damn airport is the same… Every fucking plane is the same.... Man, if I don’t find what I’m looking for here, I swear to God ... Well, in a manner of speaking…" 
Those were Jo Lee’s thoughts as she looked grimly out the window while the plane was landing on the Athens airport. She was an exotic beauty, but not the docile type. She was tall and had a slender, well-trained body. She preferred to wear black comfy clothes and had very short blond hair. Her asian characteristics mingled very well with her american features. She looked dangerous, and the thing is, that she actually was.
She lifted her heavy luggage with one finger, wore her sunglasses and smiled at the wondering bystanders as she walked out into the chilly night. "Shit, suppose I gotta go check out the Prince, and man, I hate politics... Oh well, you gotta give some to get some…" she thought and started looking for a cab.


Adonnen was sitting in the v.i.p. area of one of his clubs. He was bored. Bored to death, one could say, and that would be some understatement. He smiled at this peculiar thought. Death can have so many forms... He looked like the prince of a long forgotten small european country. And he was one, although his crown was his money and his throne was his properties and connections in the Czech Republic. 
"I am hungry" he thought and looked at his club, which was booming with music and people. And then he spotted her. She was wearing a red dress and looked delicious. He waved at a waiter and instructed him to bring her to the v.i.p. room. After a few seconds, she walked in the room and smiled at him.
"Thank you for joining me here. I am Adonnen. What is your name, my beautiful lady?" he asked.
"Melinda", replied the woman and casually sat next to him on the leather sofa.
"Can I order you something to drink?" asked Adonnen, and as he mustered her face at the close up, he felt that it was strangely familiar to him. "Do I know you from somewhere?” he smirked.
Melinda smiled again. "From one of your dreams, perhaps?"
Adonnen laughed and relaxed. "It could be…" he replied.
All at once, Melinda’s eyes lost their flirtliness and became cold. 
"Though I am certain it was a nightmare" she yelled, launching at him with a stake in her hand.
He parried at the last minute and looked up to her fiercely.
"You should know sugar, that I don’t swing that way"
"Neither do I" answered Melinda as she drove a second wooden stake through his heart.


Medea looked amused at the shaking hands of one of her fans. "Could you please sign this autograph for me? I love you work! You are the best actress ever!"
She took the napkin and kissed it, leaving a red kiss mark, and gave it back to her bewildered fan. She was an ethereal beauty. With her long dark curly hair and angelic features of her face, she was just like a nymph visiting from another world.
"I am sorry darling" said Medea with her melodic voice, "but I have to be somewhere before dawn, I hope you understand… Or maybe not", she giggled and left him staring. She had much more serious thoughts clouding her mind.
"Will I succeed at convincing the Prince into letting me at last make that play into reality”, she wondered, “or will I get caught up in one of his usual political schemes? Hm... we shall see…"


"You could say, that those ancient Greeks were some real resourceful buggers!"
The whole theatre was laughing like there was no tomorrow. Neighost took a moment to enjoy his speech’s applause, and looked at his students with pride. He was a successful professor, teaching at the UCL Institute of Archaeology in London, though he did not look like your usual professor. He was tall with short brown hair, and he always seemed like he was ready to set off for an excavation in Mexico, all jog looking and athletic, with polite casual ways that made his students adore him. It was nice to have a job that evolved around his passion, but his passion wasn’t the least satisfied with his academic career. It went deeper than that, and it certainly was not history... at least not the official version of it.
"I’ll miss this place" he thought. "But I have stayed here long enough. It’s already been 20 years and people will get suspicious... Just like they always do".


Before Jo Lee could reach one of the cabs, a tall, kinda geeky looking young man approached her.
"Hey. You must be Jo, right? Marvin here. Have to take you to our beloved Prince".
"Well this was fast, Marvin dude, didn’t expect to find you in the welcome committee" said Jo.
"Expect the unexpected" replied Marvin.
"Quoting again, are we?" said Jo. “Get over it man, we’re not on the internet anymore".
“Trying to make a good first impression and apparently failing miserably" answered Marvin with a smirk.
"You can quote at your heart's contents if you like, but you know why I am here... I hope you sources are legitimate. I am not keen on wasting time because of useless information, which actually you provided." said Jo.
Marvin smiled reluctantly. "The information is accurate, I can assure you that. He is in Athens. Though, btw, I don’t see why you bother looking for him, I mean he must be a pretty shitty Sensei if h.."
"If you want to keep your head attached to your body, don’t go there, dude" hissed Jo.
"Ok ok" mused Marvin, "chill, I was just saying…"
They had reached his car, a green old volkswagen who had surely seen better days. Marvin started the engine, and with a silent Jo on the passengers' seat, the car slowly made its way to the highway.
“Btw”, she added promptly before slipping into silence again, “you can call me JoJo”.


Muffled voices reached Adonnen’s ears as he woke up. He was in a very nice and warm situation. Tied up and gagged in a small smelly room.
“This is just great”, he thought.
He tried to escape the ropes that were restraining him, but in vain. Two figures walked into the room. One of them was Melinda. She looked very angry. The other figure was a generic bad ass looking kind of guy. He grabbed Adonnen and forced him into the other room. It was a large office with many tables and chairs. A few people stood around the room in alertness.
“Welcome, Adonnen. Take a seat. Do not be alarmed. We just want a tiny favor and then you will be free to go” said a tall man in a suit who was standing with his back to the room and was looking out the window.
“What the hell do you want from me... where am I?'” Adonnen asked.
“This is not what we agreed” said Melinda angrily. The suit guy ignored her and gave Adonnen, who was now sitting in one of the chairs in front of the large windows, an amused look.
“You see, this is a situation where you can choose to be treated like a gentleman or like a scum... It’s all up to you. All we need is your signature, and then you can be on your way”.
“And what if I refuse?” said Adonnen.
“If you refuse.... well it’s gonna hurt a lot, I can guarantee you that”, said the suit-guy.
“I see..” Adonnen muffled, “and what do you want from me? Money? You can have money, there’s plenty to go around...”
The suit-guy smiled and put some papers in front of him. Then he ordered one of his thugs to untie him and give him a pen.
“You sign here... here and here”.
Adonnen took the pen and looked at the paper. It was something about his properties in Czech. Then he looked at the suit guy with piercing eyes, trying to convince him that it was in his best interest to just let him go. His blood gave him the power to do that to people, he could convince a Catholic school girl out of her panties and right on a pole, for all that mattered, but this guy was strong, blood powers didn’t work on him. So Adonnen did what every logical thinking kindred would do when outnumbered and overpowered... In a flash, he jumped out of his chair and through the window. Fortunately, it was only 3 stores, so he just sat up and began to run. After a few minutes, he realized that he wasn’t anywhere near the Czech Republic anymore. But he did not stop.

Adonnen run and run and then run some more, until suddenly he spotted a gorgeous red-haired chick driving right beside him on a chopper.
“Hop on” the beauty yelled at him.
He looked at her, confused, still running.
“How can I trust you?” he yelled back at her.
“Do you really have a choice?” asked the woman impatiently. “And as far as trust is involved... I am the sheriff of this town, after all”.
“And which town is this again?” asked Adonnen.
“Some call it Athens” she replied.
“Holy shit... how did I get here?”
Adonnen finally stopped. He looked at the bike for a minute, then went ahead and took a seat behind the red-haired woman.
“Ok then...” she smiled “next stop: Elysium”.


Medea stepped inside the Great Britain hotel lobby, or the Elysium as it was formally known to most kindreds. She smiled at the receptionist and he smiled back, bewildered by her beauty, giving her a note with a code. She walked to the elevator, stepped in and typed in the code. As she stepped out a few seconds later, she got the feeling that she stepped into a whole different world. The large hall was full of all kinds of different people. On one table she could see businessmen having a heated conversation about the stock market. Right next to that table, there were a bunch of hooligans, the two of whom had a bras de fer contest. The piano gathered a large group of people around it, enjoying the performance of what seemed like a 30’s cabaret singer in a very revealing black satin dress. Three tables on the left were occupied by a group of hooded people, who where looking very dead, so to speak, or not. A beautiful young girl with long blond hair and a somewhat lost stare was in a corner, holding hands with a middle aged man. There were servants everywhere carrying glasses with a red liquid substance.

“This is all so typical” thought Medea, “but I have to admit the atmosphere is quite endearing”.
She approached the huge security guard who stood in front of a huge wooden door by the end of the huge hall.
“I am here to see the Prince” she said.
He didn’t bother looking at her and just motioned at the waiting room, which was next to the shut door. Medea took a seat.


As Neighost walked into the waiting room, he recognised a beautiful young woman sitting on one of the chairs. A famous actress, wasn’t she? Medea looked ready to rush to the door, when a red-haired woman walked in with an air of authority. Behind her, followed a young obnoxious man who was arguing with someone on his cell phone.
“Yes I’m in Athens... Yes in Greece, so send me some money and some credit cards... What do you mean there were some men in suits.... WHAT DO YOU MEAN EVICTION.. WHAT DO YOU MEAN YOU DON’T KNOW WHAT EVICTION MEANS... look, just leave it all to Mari, she will know what to do...”
Adonnen shut his cell phone and started thinking out loud .
“What idiots. Why do I employ such fuckers? Oh yeah... loyalty”.

“Dude…” mumbled a demanding street-accented female voice that made Adonnen quickly turn around. “Dude you’re like… in my way. Son of a duck bunch of creepy loonies…”
JoJo Lee stepped into the waiting room cursing with a strangely amused look on her face.
“And what up with that red-haired bimbo just brushing us off and walking in the office like she owns the place?” asked JoJo.
“Well she is authority. She's the serif around here, you know” Adonnen answered a bit annoyed.
“What’s your point?” JoJo grinned.

The door opened again and the red-haired woman stepped out.
“I am Jin Tonic”, she announced.

“And you're on the rocks fo sure” said Jo Lee in a very low voice.
Gin ignored the comment, which was no easy thing to do for a woman of her temper.
“The Prince will now see you all”.

Jo, Adonnen, Medea and Neighost stepped into the office.

To describe the office as nice would clearly be an understatement. It was luxury at its highest standards. Big heavy curtains were hanging at the windows and the art pieces on the walls seemed unimaginably authentic. A rather grotesque taste could be noticed as the themes of the paintings were blood, blood, some more blood and guts swimming in a pool of blood. Only one painting differed. It was a portrait of two young aristocrats of the 16th century.

"Now that you are all here, I may as well welcome you in Athens” started the Prince. “I hope you are all familiar with the rules of the Camarilla, which is the formal authority of this city. And for your own shake, I hope you do not intend to break any of them. You may introduce yourselves now, and state the reasons of your accommodation in Athens”.

He sat back and looked at Medea.

“My name is Medea, as some of you that follow the arts may already know, and I am here to organize a great theatrical show. I am a well known actress…”
“Yes I know who you are, go on” said the Prince.
The concept of the play I am working on is based on an ancient Greek tragedy...” Medea continued.
“Hm...” the Prince interrupted again. “I was thinking more of a biblical performance which emphasizes on the vampiric aspect. I believe that in the period of a month I will be able to draw the funds for your project”
“But.. you see, that wasn’t exactly what I had in…” Medea tried to argue.
“No need to thank me dear” said the Prince and turned his gaze on Adonnen.

“Ehmm, my name is Adonnen. This is actually quite an embarrassment for a man of my status, but I was brought here in Athens against my will”.
“Yes, yes, I heard what happened” said the Prince. “You can look into it if you want. I would suggest you to. The place where they kept you is actually a firm, I am told".
“Some more information would be helpful..” said Adonnen, quickly adding “if you could be so kind”.
“The firm’s name is ‘Griffin’” stated the Prince. “We will inform you when we know more. Until then, you are kindly advised to avoid eluding the city… for the time being”. He then turned to a bored looking Jo.

“Name’s Jo, Jo Lee” she said. “Some call me JoJo. Nothing fancy to say about me, I’m just here on… vacation. Yeah, let’s go with that” she cheered, grinning. The Prince was not amused. He glared on her for a long minute and then finally turned to Neighost.

“So, you are an archeologist?”
The firm and hoarse voice shook Neighost up from his entanglement with the painting on the wall. He nodded respectfully.
“I study the Elders” Neighost replied, “and I have received information that one of them is actually here in Athens”.
“Interesting” said the Prince, pausing for a moment, “hmmm, most interesting. And may I ask who provided this information?”
“Well…” Neighost hesitated, “he’s one of my connections here in Athens… I don’t really know him in person, we just talk via phone or e-mail. We kind of share the same passion for Ancient Greece.”
“And this connection’s name is…” asked the Prince impatiently.
“Now the thing is, I don’t really know. All I know is that he goes by the initial V. At least that’s what I call him.”

Jo's face suddenly jumped out of its constant grin. She turned and glared at Neighost with piercing, intimidating eyes, as her hand discretely brushed against the left side of her hip, where her beloved precious sword would be if she hadn’t been asked to leave it outside before she entered the Prince's office. And she almost never partied of her katana.

“Is something the matter, miss Lee?” the Prince wondered. “You seem rather… strange”.
“Oh, no sweat…” JoJo replied, quickly looking all cheery again. “My beloved Sire used to go by the name V. It would be a blast to see him if he’s hanging around here. It’s been ages, it would be nice to say… hello” she concluded, unaware that she was touching her thigh again.

The Prince seemed to pay little attention to what one would probably refer to as a “crazy bitch stunt”, if one expressed themselves that way.

“So this concludes our little meeting” he stated. “I don’t want to hold you off, I am sure you have urgent matters to attend to. You are all excused for now. Go enjoy our beautiful city. We shall keep in touch.”

The four newcomers stepped out of the office confused and looked at each other. Jin Tonic approached them quickly.
“You should all exchange numbers” she instructed. “A lot of new members of our kindred society went missing in the past three months, so it would be a good idea to move in groups. Here is my number, please don’t call for idiotic reasons. Ok, now be good girls and boys and keep out of trouble”.

Jo urgently put the piece of paper with Gin’s number on her butt pocket and rushed off to the security guard’s counter to take her katana back.

'This was like one of the worst forced meetings in a pen and paper game with dungeons and dushbags and ridiculous shaped dices” she thought as she stepped out of the hotel and into the night. “They actually got me hungry” she whispered, still smiling like some jolly underworld clown.

-----------------

End of Part 1

(στο επομενο επεισοδιο, η πρωτη μεγαλη μαχη, ο αρχαιος brujah και η εμφανιση του V, tune in next week…. or month… or whenever)